Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Bernard Malamud: Ο Μάστορας (The Fixer)

Ο Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Bernard Malamud γράφει με τον "Μάστορα" ένα αριστούργημα σύγχρονης λογοτεχνίας, ένα βιβλίο που αφού το ολοκληρώσεις θα σου μείνει βαθιά χαραγμένο στο νου.

Κίεβο, πρώτη δεκαετία του 1900. Ρώσικη Αυτοκρατορία, ο αντισημιτισμός ως ιδεολογία και πρακτική τόσο της αυτοκρατορικής αυλής του τελευταίου τσάρου, όσο και των λαϊκών στρωμάτων της Ρωσίας, να διαποτίζει με το δηλητήριο του την κοινωνία. Κεντρικός πρωταγωνιστής, ένας νεαρός Εβραίος, ο Γιάκοβ Μποκ, από τους λογοτεχνικούς ήρωες που σου μένουν δια παντός στη σκέψη. 

Το επάγγελμά του είναι μάστορας, μαστορεύει και επισκευάζει τα πάντα, ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, Εβραίος την καταγωγή, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είναι θρησκευόμενος, δεν έχει σχέση με την εβραϊκή θρησκεία, με την τελετουργία ή την πίστη της. Τον ενδιαφέρει ν' ανακαλύψει τις βαθύτερες αλήθειες του κόσμου όχι μέσω της θεϊστικής αποκάλυψης αλλά διαβάζοντας φιλοσοφία, κυρίως την φιλοσοφία του Σπινόζα που εντάσσει τον Θεό εντός του κόσμου. Για τον Μποκ, τον ταπεινό αυτόν μάστορα, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι νά'χει γεμάτο το στομάχι, μια καλή δουλειά και κάποια μόρφωση προκειμένου, όπως λέει, ν' ανακαλύψει τι συμβαίνει στον κόσμο. Γι' αυτόν τον λόγο δεν δίνει σημασία στην Τορά αλλά στην εγκόσμια σοφία την οποία ελπίζει να αποκτήσει μέσω κάποιων σημαντικών βιβλίων, κυρίως όπως είπαμε του Σπινόζα.

Αλλά τα όνειρα του θα καταρρεύσουν. Θα κατηγορηθεί πως δολοφόνησε βίαια ένα μικρό αγόρι Ρώσικης οικογένειας, ένα χριστιανόπουλο, θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί σε πλήθος ταπεινώσεων, εξευτελισμών και κακοπαθειών τις οποίες ο Malamud περιγράφει με απίστευτη ωμότητα, ρεαλισμό και πόνο ψυχής για την αδικία που υφίσταται ο νεαρός του ήρωας. Θύμα του κυρίαρχου μίσους προς τους Εβραίους, ο Μποκ θα δοκιμάσει στο κορμί και την ψυχή του τον απανθρωπισμό της εξουσίας και την παράλογη γραφειοκρατική αντιμετώπιση της υπόθεσής του. 

Ο Malamud με απλές αλλά δυνατές προτάσεις δημιουργεί εικόνες ενός κλειστού σύμπαντος όπου πρωταγωνιστούν η ανθρώπινη κακία, το μεταφυσικό αδιέξοδο, η αναζήτηση κάποιου φευγαλέου νοήματος. Πρόκειται για ένα βιβλίο κάλεσμα όχι στην αποδοχή της μοίρας, όσο κι αν η ελπίδα φαίνεται να μην έρχεται από πουθενά, όσο στην αγωνιστική και εν πολλοίς επαναστατική άρνηση του παρόντος ως καταπιεστικού, απάνθρωπου και χυδαίου. Το τέλος του βιβλίο, αυτό το αμφίσημο τέλος, είναι καταπληκτικό εύρημα και στεφανώνει τελικά τη μοίρα κάθε καταπιεσμένου Μποκ με ελπίδα. 


Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Ρίτσαρντ Φορντ: Ο Αθλητικογράφος

Μέρος μιας τριλογίας με ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ, "The Sportswriter" του Ρίτσαρντ Φορντ είναι μια ελεγεία για το μέσο Αμερικάνο των προαστίων των αμερικάνικων πόλεων. Η ιστορία είναι πολύ απλή και στοιχειώδης. Ένας τύπος που ονομάζεται Φρανκ Μπάσκομπ είναι αθλητικός συντάκτης, αφού έκανε μια απόπειρα να κάνει καριέρα στη σοβαρή λογοτεχνία, εγκαταλείπει την προσπάθεια αυτή για να βιοποριστεί γράφοντας άρθρα γύρω από τα σπορ που παρακολουθεί ο μέσος Αμερικάνος. Επίσης είναι χωρισμένος, πατέρας δύο παιδιών και ενός παιδιού που δεν ζει. Έχει διάφορες, μετά τον χωρισμό του, ερωτικές ιστορίες, περιπλανιέται σε πόλεις της αμερικάνικης ενδοχώρας, γνωρίζει ανθρώπους περίεργους ή συνηθισμένους, η σχέση με τον πρώην γυναίκα του δεν είναι από τις συνηθισμένες που θα ανέμενε κανείς από έναν διαζευγμένο, φιλοσοφεί για το νόημα της ζωής.

Όλα αυτά τα στοιχεία θα έκαναν έναν μάλλον βαρετό βιβλίο αφού απουσιάζει οποιαδήποτε δράση, η ιστορία κοινή και υποτυπώδης, ο συγγραφέας παρακολουθεί την εσωτερική εξέλιξη του ήρωά του κατά την αναμέτρησή του με την πεζότητα, την έλλειψη νοήματος ή την αναζήτηση κάποιου σκοπού για να ζει κανείς.

Ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι τραγικός γιατί είναι εξαιρετικά σύγχρονος. Αν και τα γεγονότα και ο τρόπος που τα βιώνει αντλούν τις επιρροές τους από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, εντούτοις σαν μορφή μπορεί να θεωρηθεί πως θέτει ή απαντά σε ερωτήματα που απασχολούν τον άνθρωπο που βιώνει οριακές καταστάσεις. Ο ρεαλισμός του Μπάσκομπ αναπτύσσεται στην επικράτεια του τραγικού: "Όλοι μας ήμασταν και είμαστε χαμένοι και το ξέρουμε και απλώς προσπαθούμε να βολευτούμε μες την χασούρα μας όσο πιο άνετα γίνεται και με όσους καλύτερους τρόπους και λιγότερη περιέργεια μπορούμε. Κι ίσως ο μόνος λόγιος που δεν τα παρατήσαμε είναι ότι δεν μπορέσαμε να βρούμε έναν ουσιαστικό λόγο".

Richard Ford
Η αλήθεια του Μπάσκομπ είναι η ταπεινότητα του. Δεν διεκδικεί δάφνες μεγάλου στοχαστή, ούτε η σκέψη του έχει κάποια μορφής ποιητικότητα. Ο Μπάσκομπ είναι μια μετριότητα, ένας άνθρωπος ριγμένος στην ύπαρξη (αφελής χρήση χαϊντεγγεριανών όρων, αλλά στην περίπτωση του ταιριάζει), που είτε με χιούμορ, είτε με πικρό χαμόγελο, είτε με απορία προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο ύστερα από τις επιλογές τις δικές του και της μοίρας. 

Ο Μπάσκομπ είναι, χωρίς να το θέλει ίσως εγελιανός: "η μόνη αλήθεια που ποτέ δεν μπορεί να είναι ψέμα είναι η ίδια η ζωή- αυτό που συμβαίνει", λέει προς το τέλος της περιπλάνησής του θυμίζοντας την ταύτιση λογικού και πραγματικού του Χέγκελ. Αλλά ούτε αυτό θα τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Αυτό που ήθελε ήταν "να συμμετάσχω για λίγο στη ζωή των άλλων, μ' έναν χαμηλών τόνων τρόπο, να μιλήσω με μια απλή, ειλικρινή φωνή. Να μην πάρω τον εαυτό μου υπερβολικά σοβαρά- κι έπειτα να ξεμπερδέψω". 

 Ο Φρανκ Μπάσκομπ δεν προτίθεται ν' αλλάξει τον κόσμο, ούτε καν να τον ερμηνεύσει. Μια είναι η αποστολή του: "Να είμαι ένας βολεμένος κι ήρεμος άνθρωπος". Αυτή είναι η φιλοσοφία που ο Ρίτσαρντ Φορντ αναπτύσσει σε όλο το βιβλίο αλλά το ερώτημα για το αν επιτυγχάνεται η ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό του ήρωα είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί.

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Θράσος Καστανάκης: Ο Χατζημανουήλ

Το 1956 εκδίδεται ο Χατζημανουήλ του Καστανάκη και η γλώσσα, το ύφος και οι ιδέες του μυθιστορήματος είναι τόσο μοντέρνες, τόσο τολμηρές που αναρωτιέται κανείς πόσο μεγάλη εντύπωση θα έκανε στη συντηρητική εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκε.

Το έργο διαδραματίζεται στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Κωνσταντινούπολη, ο Χατζημανουήλ είναι ένας τύπος πρότυπο κυνισμού, αχαλίνωτου ερωτισμού και μηδενισμού ο οποίος ελίσσεται στους μαιάνδρους της ντόπιας οθωμανικής εξουσίας για να προσπορίζεται οφέλη, οικονομικά, κοινωνικά και ερωτικά. Το άλλο δίδυμο του έργου, ο Καϊμακάμης Ιμπραχίμ και το εκτελεστικό του όργανο, ο αιμοβόρος Κιορ Αλής συνθέτουν, μαζί με τον Χατζημανουήλ, ένα αρπακτικό τρίγωνο ανθρώπων που το χαρακτηρίζει ο ανόθευτος αμοραλισμός και η εντελώς κυνική ματιά στα γεγονότα της ζωής. 

Το έργο μπορεί να διαβαστεί και ως μανιφέστο αντιφεμινισμού ή μισογυνισμού, αλλά ετούτοι είναι νεώτεροι όροι που δεν μπορούν να καλύψουν την έκταση της γνώσης της ανθρώπινης (και γυναικείας) φύσης του κεντρικού ήρωα: "Δίνεις μια και παίρνεις τις άλλες, με το χρήμα, με τη φοβέρα, με τη βία". Ο λόγος του Χατζημανουήλ για τις γυναίκες ηχεί πιο τολμηρός και πιο μοντέρνος απ' αυτόν του Σοπενχάουερ. Αλλά και στις συναλλαγές του με τους ανθρώπους, ο Χατζημανουήλ εκφράζει όλο το σκοτεινό εύρος της ψυχής του: "Χαιρόταν η καρδιά του κάθε που λογάριαζε πόσο εύκολο ήτανε να ξεγελά τους ανθρώπους και να πετυχαίνει τις πιο κρυφές του υποθέσεις χωρίς ν' αφήνει αχνέρι πουθενά".

Θράσος Καστανάκης
Ο Καστανάκης πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα διαχρονικό έργο με αξέχαστους ήρωες. Δεν είναι μονάχα η βασική τριάδα που μένει αλησμόνητη, ειδικά όταν επιδίδεται στα θαυμάσια ερωτικά όργια με γυναίκες που τελικά θα υποταχθούν, αλλά και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, κυρίως οι γυναίκες μένουν στη μνήμη τόσο για τα μαρτύρια που περνούν όσο και για τον ερωτισμό που αποπνέουν μέσα από τα μαρτύρια αυτά. Ναι, προκαλεί απέχθεια ο ρόλος του Χατζημανουήλ στα σημερινά ευαίσθητα φεμινιστικά αυτιά, αλλά μήπως δεν έχει κάποιο δίκιο όταν ψυχολογεί θαυμάσια τις γυναίκες; "Η γυναίκα πρέπει να τιμωρηθεί για να καταλάβει τη δύναμη του άνδρα και να συνεφέρει ο νους της....". 

Το έργο δεν είναι ωστόσο μια αντιγυναικεία ωδή, αλλά και μια σπουδή στο ρεαλισμό της εξουσίας, αν και υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει αυτά τα δύο. Ο Χατζημανουήλ διδάσκει το προληπτικό χτύπημα στους ενάντιους, αν θέλει να' χει το σχέδιο του καλή κατάληξη. Κινείται βέβαια στα όρια της ύβρεως που προκαλεί τη νέμεση, αλλά αυτό το παιχνίδι το γνωρίζει εφόσον γνωρίζει τα όρια της δύναμης και της συμπεριφοράς των ανθρώπων, γι' αυτό και στο τέλος καταλήγει σε έναν πεσσιμισμό τον οποίο διδάχτηκε από την κοινή εμπειρία: "Άμα ξεπεράσεις της τύχης τα γραμμένα ποιά ευτυχία να βρεις; Μόνο να παλέψεις σου απομένει. Να χτυπήσεις τους ανθρώπους όπως σε χτυπά κι εσένα η μοίρα, επειδή δρασκέλισες τα γραφτά της. Να μη λυπάσαι. Να μη φοβάσαι! Χτύπα, χτύπα....Όποιος στέκει εμπρός σου, χτύπα τον, κι ας μην σε πείραξε. Κι αν τύχει και σε πείραξε, χτύπα τον διπλά!".

Ένα αξέχαστο βιβλίο με ολοζώντανους χαρακτήρες, έντονες ερωτικές σκηνές, ενδιαφέρουσα πηγαία φιλοσοφία, προσωπικά διδάγματα που αν μη τι άλλο σε προκαλούν να τα στοχαστείς πριν τα απορρίψεις. Διότι, όπως λέει ο κεντρικός ήρωας, "δεν είναι τα γεγονότα που σε αλλάζουνε μα οι λεπτομέρειες".


Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Τάσος Αθανασιάδης: ο Έλληνας Τόλκιν

Τάσος Αθανασιάδης

Για να μπούμε κατευθείαν στην ουσία του άρθρου, θεωρώ πως ο Τάσος Αθανασιάδης είναι μακράν ο καλύτερος Έλληνας λογοτέχνης και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο Έλληνας Τόλκιν, όχι για το fantasy στυλ του, αλλά για το πολύτομα έργα του, τα οποία κάλυψαν μεγάλες ιστορικές περιόδους της σύγχρονης Ελλάδας.
Θεωρώ  επίσης, πως αν και πολλοί γνωρίζουν κάποια από τα έργα του, αγνοούν όμως το δημιουργό τους. Γι’ αυτό οφείλω στους αναγνώστες τη βιογραφία του και θα δείτε πως όταν διαβάσετε τα έργα του θα σκεφθείτε “α… ώστε αυτός το έγραψε;”.

Γεννήθηκε στο Σαλιχλί της Μικράς Ασίας, γιος του επιχειρηματία Μιχαήλ Αθανασιάδη, που πέθανε όταν ο συγγραφέας ήταν ακόμη παιδί, και της Ανθής Παναγιωτοπούλου. Είχε τρεις μεγαλύτερες αδελφές. Μετά την καταστροφή του 1922 η μητέρα με τα τέσσερα παιδιά της εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου ο Τάσος σπούδασε νομικά, εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος και ζούσε έως το θάνατό του. Παντρεύτηκε τη φιλόλογο Μαρία Δημητροπούλου. Διετέλεσε διευθυντής γραμματείας, δραματολογίου, προσωπικού και γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς επίσης προϊστάμενος καλλιτεχνικού προγραμματισμού του οργανισμού των ελληνικών κρατικών θεάτρων, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1972.  
Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται από μαθητική ηλικία με δημοσιεύσεις διηγημάτων σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, τα Ελληνικά, η Πρωτοπορία και άλλα. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα γράμματα πραγματοποίησε το 1936 με τη δημοσίευση μιας μελέτης του για το Φώτο Πολίτη, την οποία διάβασε στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Το 1943 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Θαλασσινοί προσκυνητές και ένα χρόνο αργότερα τη μυθιστορηματική βιογραφία Ταξίδι στη μοναξιά, έργα λυρικής υφής με έμφαση στην περιγραφή του εσωτερικού κόσμου των ηρώων τους. Γρήγορα ωστόσο στράφηκε στη μυθιστορηματική γραφή της κλασικής ρεαλιστικής τεχνοτροπίας, δείχνοντας ιδιαίτερη επιμέλεια στην περιγραφή του εξωτερικού κόσμου αλλά και στην ψυχογράφηση των προσώπων. Χαρακτηριστικά του έργου του είναι η προσπάθειά του να δείξει την επίδραση ενός συγκεκριμένου κάθε φορά κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου στη ζωή και τον ψυχισμό μεμονωμένων προσώπων και να προβάλει έτσι τη γενικότερη θεωρία του για την εξέλιξη της ζωής ως αποτέλεσμα συνεχούς πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις του Καλού και του Κακού. Η περίπτωση του Τάσου Αθανασιάδη καλύπτει χρονικά μια περίοδο που φτάνει ως τη σύγχρονή μας πεζογραφία, υφολογικά βρίσκεται στην πεζογραφική παράδοση της γενιάς του Τριάντα.
Από το 1986 ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ διετέλεσε επίσης ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, πρόεδρος της επιτροπής κρατικών λογοτεχνικών βραβείων (1979-1980), της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1994 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έργα του
Ντοστογιέφσκι, από το κάτεργο στο πάθος (Α΄Κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας 1956)

Αλβέρτος Σβάιτσερ (Κρατικό βραβείο βιογραφίας 1963)

Ταξίδι στη Μοναξιά (χρονικό, 1944)

Τρία παιδιά του αιώνα τους (βιογραφικά χρονικά)

Τα παιδιά της Νιόβης (μυθιστόρημα, πρώτη τρίτομη μορφή 1948, 1953, 1961, δεύτερη τετράτομη: 1967-1968).Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές το Γρηγόρη Βαλτινό και τη Μαρία Τζομπανάκη.


Οι τελευταίοι εγγονοί (μυθιστόρημα, 2 τόμοι, 1984). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές τη Σμάρω Στεφανίδου, τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τη Βάσια Παναγοπούλου.  



Πάνθεοι (μυθιστόρημα) – τρίτομο (Πάνθεοι, Μάρμω Πανθέου, Ζωή Χαρισάμενη – 1948).Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές το Άγγελο Αντωνόπουλο και την Κάτια Δανδουλάκη.


Οι φρουροί της Αχαΐας (μυθιστόρημα, 2 τόμοι, 1975). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές τη Μιμή Ντενίση και το Στράτο Τζώρτζογλου.


Η αίθουσα του θρόνου (μυθιστόρημα, 1969). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με με πρωταγωνιστές – μεταξύ άλλων - τον Αλέκο Αλεξανδράκη και  το Νίκο Ρίζο στην τελευταία τηλεοπτική του εμφάνιση




Αναγνωρίσεις (δοκίμια)

Ο Γιος του Ήλιου (βιογραφία, 1978)

Αγία Νεότητα (διηγήματα)

Τιμήθηκε με:
·         το Κρατικό Βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας (1955 για το Ο Ντοστογιέβσκι από το κάτεργο στο πάθος και 1963 για τον Αλβέρτο Σβάιτσερ),
·         το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (1959-1961 για τους Πανθέους),
·         το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος (1969 για την Αίθουσα του θρόνου και 1978 για τους Τελευταίους εγγονούς),
·         το Έπαθλο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1975 για τους Φρουρούς της Αχαΐας),
·    το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας και ειρήνης Ιπεκτσί (1989 για τα Παιδιά της Νιόβης),
·     το αργυρούν μετάλλιο του ιδρύματος της Γαλλικής Ακαδημίας Τέχνες-Επιστήμες-Γράμματα και το βραβείο Χέρντερ (1997).

Ο Αθανασιάδης ήταν ο βασικός εισηγητής του «μυθιστορήματος-ποταμού» (roman-fleuve) στην ελληνική γλώσσα. Διάβαζε ξένους μυθιστοριογράφους που τον επηρέασαν: Σταντάλ, Ουγκώ, Φλωμπέρ, Γκάλσγουορθυ, αλλά και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ. Έντονο είναι το επικό στοιχείο και η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη ενώ διαπλέκεται ο μύθος ενός ήρωα με το μύθο ενός άλλου. Τα μυθιστορήματά δίνουν «έναν πλατύ και συνθετικό πίνακα της ελληνικής αστικής κοινωνίας» στα τρία τέταρτα περίπου του εικοστού αιώνα. Οι χαρακτήρες του-έντονες προσωπικότητες, αν και φαινομενικά αντιφατικοί, έχουν εσωτερική ενότητα και κινούνται στην ιστορία σαν να εκπληρώνουν ένα εσωτερικό πεπρωμένο, παρά να επηρεάζονται από τις εξωτερικές συνθήκες.

 
Bookman’s wife 


Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

Μια γνώμη για τον Μπόρχες

"Πραγματοποίησε το αισθητικό ιδεώδες της ακρίβειας στη φαντασία και στη γλώσσα, φτιάχνοντας έργα τόσο αυστηρά γεωμετρικά όπως το κρύσταλλο και τόσο αφαιρετικά όσο ένας παραγωγικός συλλογισμός" 
(Ίταλο Καλβίνο: Τα Αμερικάνικα Μαθήματα, εκδ. Καστανιώτη)

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

Ένα είδος κριτικής

Για τα βιβλία που για κάποιο λόγο δεν μας αρέσουν, δεν πρέπει να μασάμε τα λόγια μας. 

Αλλά μέχρι που είναι επιθυμητό να φθάσει η απαρέσκεια μας; Εξαρτάται από τον συγγραφέα. Αν πρόκειται για τη ροζ γυναικεία "λογοτεχνία" τύπου Λένας Μαντά, Χρ. Δημουλίδου και άλλων παρόμοιας εμβέλειας, ή για πιο σοβαρούς συγγραφείς αλλά εξίσου υπερτιμημένους όπως η Ζυράννα Ζατέλη, ο Αύγουστος Κορτώ και άλλοι, νομίζω η κριτική του Χουάν Γκαρσία Μαδέρο, βασικού χαρακτήρα στο βιβλίο "Οι Άγριοι Ντετέκτιβ" του Ρομπέρτο Μπολάνιο όταν διαβάζει ένα ποίημα,  μπορεί να μας δώσει ένα καλό έναυσμα:

"Την πρώτη φορά που το διάβασα (πριν από μερικές ώρες) δεν μπορούσα να μην κλειδωθώ στο δωμάτιό μου και να αυνανιστώ απαγγέλοντάς το, μια, δυο , τρεις ,μέχρι και δέκα ή δεκαπέντε φορές...". Αναφέρεται σε ένα ποίημα, αλλά επεκτείνοντας τον ενθουσιασμό του φθάνουμε και στην πεζογραφία με τα ίδια θεαματικά αποτελέσματα..... 

Λίγο παρακάτω όμως έρχεται στα συγκαλά του: "Δεν μπορώ να περάσω τη ζωή μου τραβώντας μαλακία".  Κάπως έτσι πρέπει να είναι και η διάθεσή μας έναντι των κακών βιβλίων. Είναι απλώς μιας (συγκεκριμένης) χρήσης, η οποία κοστίζει σε χρόνο.

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Γκάι Γκάβριελ Κέι: Τιγκανά

Ήταν το δεύτερο βιβλίο του Κέι που διάβασα μετά το "Ένα Τραγούδι για την Αρμπόν", το οποίο είχα διαβάσει πριν από αρκετά χρόνια. Ξαναδιάβασα λοιπόν Γκάι Γκάβριελ Κέι καταμεσής του καλοκαιριού, ένα βιβλίο στην κατηγορία του fantasy genre, αφενός για να συνδεθώ με το παρελθόν όπου τέτοιες ιστορίες διάβαζα με ευχαρίστηση, έπαιζα computer games που είχαν ως βάση τον κόσμο της φαντασίας (όπως αυτός ορίστηκε από τον Τόλκιν) και άκουγα epic metal που θεωρείται η μελοποιημένη εκδοχή αυτού του λογοτεχνικού είδους. 

Ωστόσο, αν και ο Γ.Γ.Κ. ξεκίνησε ως δημιουργός μυθιστορημάτων φαντασίας, στη συνέχεια προσανατολίστηκε περισσότερο στην κατασκευή ενός υβριδικού τύπου φανταστικού μυθιστορήματος που συνδυάζει και στοιχεία  από την πραγματική ιστορία μεταφερμένα όμως στον φανταστικό κόσμο. Έτσι στο "Τιγκανά" έχουμε καταστάσεις που θυμίζουν ιστορία της αναγεννησιακής Ιταλίας ενώ διατηρούνται και κάποια, λίγα όμως δίχως να είναι τα κυρίαρχα, στοιχεία από το είδος της φαντασίας: λίγη μαγεία που δεν μεταβάλλει την κεντρική αφήγηση και το νόημά της.
Πάντως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα εξολοκλήρου βιβλίο φαντασίας με τα γνωστά του κλισέ, αλλά για ένα sui generis βιβλίο που συνδυάζει την φανταστική εκδοχή μιας ιστορικής κατάστασης με στοιχεία από το λογοτεχνικό είδος της φαντασίας. Σαφώς και τα όρια παραμένουν δυσδιάκριτα. Είναι σαφή πάντως τα στοιχεία εκείνα που διακρίνουν τις αρετές από τις αδυναμίες του Γ.Γ.Κ: κατ' αρχάς το βιβλίο είναι αρκετά μεγάλο, σχεδόν 800 σελίδες και η δράση δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το μέγεθος του. Δεν υπάρχουν πολλά επεισόδια διότι έχει επικρατήσει η λογική της περιγραφής της εσωτερικής ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων που καταλαμβάνει πολλές παραγράφους κάθε φορά που πάει να προχωρήσει λίγο η δράση.
Αυτό έχει πάντως και τα θετικά του στοιχεία που δεν πρέπει ν΄αγνοηθούν: οι ήρωες δεν είναι μονοκόμματοι, έχουν ουσία και βάθος, αλλά σ' ένα μυθιστόρημα φαντασίας τούτη η ενδοσκόπηση των ηρώων θα έπρεπε να συνοδεύεται και με λίγο περισσότερο δράση. Το θέμα της αναλογίας, εντούτοις, είναι ζήτημα γούστου. Οι περιγραφές του πάντως είναι αληθινά καλλιτεχνικές, φερ' ειπείν ο κόσμος των διαφορετικών επαρχιών του Φοίνικα αναλύεται με λεπτομέρειες και με ζωντάνια. Η ιστορία αναφέρεται στη δράση μιας παρέας νέων κατά της τυραννίας που έχει συντελέσει στην απώλεια όχι μόνο της πατρίδας τους αλλά κι αυτού του ονόματος της, τους Τιγκανά. Στο βιβλίο υπάρχει η βασική δομή των καλών συνωμοτών εναντίον της διπλής τυραννίας του Brandin και του Alberico, ηγετών αντίστοιχα του Ygrath και του Barbandier. Η κακία των δύο, και κυρίως του πρώτου που ευθύνεται για την απώλεια της ταυτότητας του Τιγκανά δεσπόζει στη μυθοπλασία του Γ.Γ.Κ. Όμως όσο εξελίσσεται η ιστορία ένα γεγονός διαφοροποιεί την τύχη των τυράννων, ο έρωτας. Εδώ ο Γ.Γ.Κ. επιφυλάσσει ευνοϊκότερη μεταχείριση για τον κατακτητή του Τιγκανά, τουλάχιστον στο επίπεδο των εντυπώσεων στα μάτια του αναγνώστη: τον απεικονίζει πιο ανθρώπινο, σε αντίθεση με την ολοκληρωτική λογική εξουσιαστικών τάσεων του Alberico, με συναισθήματα και κάποια ευθυκρισία- σ' αυτό ευθύνεται η Dianora που μεταμορφώνει τον εαυτό της και τον Brandin: η ερωτική τους ιστορία είναι από τις πιο συγκινητικές του βιβλίου, όπως και ο τρόπος θανάτωσης του Brandin.

Ο Γ.Γ.Κ. δίχως να γράψει ένα αμιγώς βιβλίο φαντασίας, κατάφερε να ταξιδέψει το νου και την καρδιά του αναγνώστη στις περιπέτειες των λαών του Φοίνικα. Αν η εμμονή στην μικρολεπτομέρεια ενίοτε κουράζει, ικανοποιεί ωστόσο την καλλιτεχνική δίψα του αναγνώστη για όμορφες περιγραφές. Η τυραννοκτονία αμφότερων των τυράννων προσφέρει κάποια ηθική ικανοποίηση, και αν εκείνη του Alberico είναι απόλυτα δικαιολογημένη, ο τρόπος με τον οποίο θανατώνεται ο Brandin, από το σπαθί του εμπίστου του, φανερώνει πως το αίσθημα της δικαιοσύνης είναι αξεδιάλυτο από την δίψα για εκδίκηση όσες αλλαγές κι αν φέρνει ο χρόνος στις καρδιές των ανθρώπων.

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Γκυ Ντε Μωπασάν: Ο Φιλαράκος

"Στο Παρίσι καλύτερα να μην έχεις κρεβάτι να κοιμηθείς παρά καλά ρούχα". Αυτός είναι ο κόσμος του 19ου αιώνα στο Παρίσι, της εκρηκτικής ανόδου της αστικής τάξης και των κάθε λογής νεόπλουτων, απατεώνων της πολιτικής και του χρήματος, ατόμων που επιδεικνύουν τον πλούτο ή την εξουσία τους- είναι ο κόσμος των "πετυχημένων" της ζωής που ο Ζορζ Ντυρουά, ορμώμενος από το ταπεινό περιβάλλον της γαλλικής επαρχίας θα επιχειρήσει να κατακτήσει. 

Με απόλυτα προσεγμένο ρεαλισμό που φθάνει στα όρια του κυνισμού, ο Γκυ Ντε Μωπασάν απεικονίζει τους τρόπους που μπορεί κάποιος "πραγματικά κάλπης, μπαμπέσης και καπάτσος" να χρησιμοποιήσει προκειμένου ν' ανέβει κοινωνικά στην ιεραρχία του πλούτου και της δόξας. Στον κόσμο των διεφθαρμένων αυτός που κερδίζει είναι ο πλέον καπάτσος και διεφθαρμένος που έχει τα λόγια εύκολα και την συνείδηση του ολοκληρωτικά προσανατολισμένη στην επίτευξη των εγωιστικών στόχων του. Δεν είναι, άλλωστε, δυνατή καμιά διαφορετική εναλλακτική πρόταση ζωής. 

Ζώντας στους κύκλους των επιτυχημένων του χρήματος ή της πολιτικής, της δημοσιογραφίας ή της οικονομίας, ο νεαρός Ντυρουά έρχεται σε επαφή με πλήθος κατεργαρέων, απατεώνων, ασυνείδητων και εκμαυλιστών. Όνειρο του δεν είναι να διορθώσει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας αλλά να αποτελέσει το εκλεκτότερο μέρος αυτών, "ο καθένας για τον εαυτό του", όπως λέει, "ο εγωισμός είναι το παν". Το βασικό όπλο που χρησιμοποιεί για να πραγματώσει το όνειρο του είναι ο έρωτας- πάντα θα βρίσκεται η κατάλληλη γυναίκα, είτε είναι η γυναίκα του αφεντικού του, είτε η κόρη του, είτε η πρώην γυναίκα του ευεργέτη του, την οποία δελεάζει με υποσχέσεις έρωτα και αγάπης. 

Ο λόγος του, γοητευτικά συναισθηματικός, ακουμπά τις γυναικείες καρδιές, βρίσκει διάπλατα κενά και εισχωρεί εντός τους για να τις αποπλανήσει με το δέλεαρ της αγάπης. Καμιά δεν του αντιστέκεται. Ακόμα και ο Θεός μοιάζει ανήμπορος, δεν ακούει τις επικλήσεις και τις εξομολογήσεις των θυμάτων του, ο έρωτας και οι υποσχέσεις του βγαίνουν νικητές και η παράδοση των γυναικών είναι ολόψυχη, του ανήκουν τα σώματα και οι ψυχές τους. Μέσω του έρωτα κερδίζει δόξα και χρήματα, καμιά συνειδησιακή τύψη δεν τον αποσπά από τον στόχο του, "καλύτερα να είσαι περήφανος για τη δόξα και τα πλούτη παρά για τη γυναίκα και για τον έρωτα". Ακόμα και τούτος ο καταφερτζής γερο-Βάλτερ δεν μπορεί να παραδεχτεί την ακαταμάχητη γοητεία του, τον δυναμισμό και τη δαιμονική ευφυΐα που κρύβει μέσα του ο Φιλαράκος. Ομολογεί την ήττα του, ή μάλλον υποτάσσεται στην ανωτερότητα του και δίχως πολλές αμφιταλαντεύσεις του παραδίδει το χέρι της θυγατέρας του.


Γραμμένο τον 19ο αιώνα το μυθιστόρημα αυτό προαναγγέλλει τον άνθρωπο της διαπλοκής του 20ου αιώνα και των εποχών που ζούμε. Η κατάλυση κάθε είδους συνειδησιακού φραγμού που χαρακτήριζε ορισμένες μόνο τάξεις του 19ου αιώνα στις μέρες μας θ' αποτελέσει modus vivendi για μια διαταξική νοοτροπία την οποία ενστερνίζονται, πλέον, οι περισσότεροι. Ακόμα και όταν ο Ντυρουά αναλογίζεται τον "σκοτεινό, αβάσταχτο τρόμο μπροστά στο μηδέν" του θανάτου, η απάντηση που δίνει την στιγμή εκείνη, η σωστή, "ότι και να πεις, αυτό είναι το μόνο καλό πράγμα στη ζωή σου, ο έρωτας!", αναιρείται μόλις έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Τότε είναι ο πλούτος και η δόξα, η ισχύς εν γένει που τον συνέχει και όχι ο έρωτας ο οποίος στην αυθεντικότητα του εμπεριέχει την θυσία του Εγώ. Θυσιάζοντας οτιδήποτε άλλο στέκεται εμπόδιο μπροστά του, εκτός από τον εαυτό του, ο Ντυρουά Φιλαράκος, φθάνει και κατακτά την κορυφή των στόχων του.


Ο Μωπασάν αποφεύγει να κακολογήσει τον ήρωά του. Βρήκε την ψυχή του; Την έχασε; Η αναζήτησή του από ένα σημείο και μετά έγινε αυτοσκοπός, η γοητεία όμως που εξάσκησε ήταν ανάλογη της καταστροφής που επέφερε- και τούτο τον καθιστά τον πλέον σύγχρονο των ανθρώπων.

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Σώμερσετ Μωμ: The Moon and Sixpence

Το 1919 εκδόθηκε ένα από τα πιο γνωστά έργα του Σώμερσετ Μωμ που μαζί με το "Of Human Bondage" και το "The Razor's Edge" συνιστούν τη βασική μυθιστορηματική τριάδα του έργου του, εξαιρουμένων βέβαια των θεατρικών και των διηγημάτων που αποτελούν δύο κατηγορίες από μόνες τους.

Για την εξήγηση του περίεργου τίτλου, ο ερευνητής του Μωμ Robert Lorin Calder δίνει την ακόλουθη εξήγηση: 

"'Like so many young men he [Philip of Human Bondage] was so busy yearning for the moon that he never saw the sixpence at his feet.' Somerset Maugham adopted the phrase as the title of his next novel. The author explained its meaning in a note which was intended to precede the text, but which did not appear, ' ... In his childhood he was urged to make merry over the man who, looking for the moon, missed the sixpence at his feet, but having reached years of maturity he is not so sure that this was so great an absurdity as he was bidden to believe. Let him who will pick up the sixpence; to pursue the moon seems the most amusing diversion". (Πηγή: https://www.theguardian.com/notesandqueries/query/0,,-1448,00.html)

Ανεξάρτητα από την προέλευση του τίτλου, το έργο καταπιάνεται με την πνευματική εξέλιξη του ζωγράφου Στρίκλαντ ο οποίος είναι η μυθιστορηματική μορφή του Πωλ Γκωγκέν, αγαπημένο φαίνεται θέμα για δεξιοτέχνες συγγραφείς αφού πολλά χρόνια αργότερα και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο έργο του "El paraíso en la otra esquina" καταπιάστηκε με το έργο και τη μορφή του Γκωγκέν.

Σώμερσετ Μωμ
Ο Μωμ είναι δεξιοτέχνης συγγραφέας διότι στο έργο του δεν ακολουθεί καμιά μοντέρνα τεχνοτροπία ούτε προσπαθεί να αποδείξει πόσο μέτριος είναι ο αναγνώστης που τον διαβάζει και πόσο μεγάλος και καινοτόμος ο συγγραφέας, αλλά ακολουθεί μια γραμμική πορεία στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του με αρχή, μέση και τέλος, γεμίζοντάς την όμως με ερωτήματα και προβληματισμούς τα οποία συνοδεύουν τον αναγνώστη και μετά το πέρας της ανάγνωσης. Είναι μια όμορφη αισθητική εμπειρία η ανάγνωση των βιβλίων του Μωμ, ακόμη και στο πρωτότυπο, καθώς η γλώσσα του δεν έχει ούτε περιττά στολίδια, ούτε περίεργες γλωσσικές καινοτομίες, αλλά έχει αντίθετα δουλεμένες φράσεις οι οποίες μες την απλότητά τους δημιουργούν ωραίες εικόνες. Ενώ είναι εύκολος στην ανάγνωση, δεν είναι σε καμιά περίπτωση ρηχός. Το βαθύ νόημα μιας φράσης θα το διαβάσουμε όχι σε εξεζητημένη γλώσσα αλλά σε άψογα αγγλικά, γνώρισμα αληθινά μεγάλων συγγραφέων.

Ο Στρίκλαντ είναι ο Γκωγκέν όπως τον αντιλαμβάνεται ο Μωμ, ο οποίος ενώ έχει μια άνετη και πλούσια ζωή, μέσα του τον "τρώει" το σαράκι του δαιμόνιου πνεύματος που τον καλεί σε καλλιτεχνική δημιουργία και αναζήτηση νοήματος- θέματα εξόχως Μωμ-ικά, που τα συναντούμε σε όλα σχεδόν τα μεγάλα μυθιστορήματα του. Ο Στρίκλαντ εγκαταλείπει την γυναίκα του, η οποία φαντάζεται ένα τρίτο πρόσωπο ως αιτία της απομάκρυνσής του, για ν' ακολουθήσει την φωνή του πνεύματος που στη δική του περίπτωση ονομάζεται ζωγραφική: "I seemed to feel in him some vehement power that was struggling within him....He looked upon privation as no hardship. There was something impressive in the manner in which he lived a life wholly of the spirit".

Ο Μωμ προσπαθεί σ' αυτό το έργο να θέσει και να απαντήσει στο ερώτημα του δαιμονικού χαρακτήρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως αναζήτηση υπαρξιακού νοήματος στη ζωή και τις αντιδράσεις που η αναζήτηση αυτή προκαλεί στον συγγενικό και κοινωνικό περίγυρο του καλλιτέχνη. Προσεγγίζει τον δημιουργό ως μια ασκητική μορφή που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της πραγμάτωσης του οράματος του, θυσιάζει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τους άλλους τους οποίους αντιμετωπίζει πότε ως εμπόδια και πότε ως έμπνευση την ώρα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Θυσιάζει ακόμα και αυτόν τον έρωτα της γυναίκας, για τον οποίο μιλά με περιφρονητικά λόγια εφόσον θεωρεί πως αυτός είναι μια αρρώστια που εμποδίζει το όραμα της ψυχής του καλλιτέχνη. Δεν υπάρχει βιβλίο του Μωμ, τουλάχιστον απ' αυτά που έχω ήδη διαβάσει, και είναι αρκετά, που να μην προβληματίζει τον σύγχρονο αναγνώστη. Ας αφήσουμε κατά μέρος τις επιφανειακές λογοτεχνικές πρωτοπορίες και ας αφεθούμε στη σαγήνη του κλασσικού, του οποίου επιφανής εκπρόσωπος παραμένει ο Σώμερσετ Μωμ.





Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Συνταγές γιατρού

Φάρμακα γεμάτο το κομοδίνο, λίγο προτού μπει ο Αύγουστος
τίποτα δεν θα είναι, πια, "επώδυνο".

Μ. Καραγάτσης: Βασίλης Λάσκος

Μυθιστορηματική βιογραφία του θρυλικού κυβερνήτη του υποβρυχίου "Κατσώνης" που έδρασε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Λάσκος ανταποκρίνεται στο πρότυπο του καραγατσικού ήρωα έτσι όπως τον έχουμε γνωρίσει σε άλλα σπουδαιότερα έργα: άνθρωπος του καθήκοντος, φιλήδονος, λάγνος με τις γυναίκες, ακραίος διχοτόμος ψυχής και σώματος, γλεντζές, "ήρωας" ο οποίος κινείται στα όρια της αυτοθυσίας για ιδανικούς σκοπούς. 

Οι ακραίοι ήρωες και οι ιδιοσυγκρασίες τους που τους καθιστούν έρμαια αχαλίνωτων σαρκικών παθών αλλά και ένα κράμα από στενοκέφαλες συντηρητικές πεποιθήσεις που δίνουν προτεραιότητα στο φαίνεσθαι και όχι στην ουσία. 

Ο Καραγάτσης αναγνωρίζει τα προβλήματα που γεννιούνται από την σύγκρουση του "έξω" και του "έσω": "αλλά η ηθική είναι έννοια φοβερά ρευστή. Ανεβοκατεβαίνει σε μια ιδεατή σκάλα όπου περιπλέκονται μύριοι παράγοντες όπως το μήκος και το πλάτος, ο χρόνος, η κοινωνική αγωγή, η πνευματική ευρύτης, η θρησκευτική αντίληψη, τα ψυχικά πλέγματα του καθενός....αυτό που ο παρισινός διανοούμενος θεωρεί ηθικό, ο καλόγερος του αγίου όρους το θεωρεί ανήθικο".

Ο Καραγάτσης καμαρώνει λοιπόν τον Λάσκο γιατί του προσφέρει ως μορφή όλα τα γνωρίσματα εκείνα που συνθέτουν μια προσωπικότητα που αξίζει να μείνει στην ιστορία- αντιφατικός στο έπακρο, ηδονιστής γιατί αυτή είναι η χαρά της ζωής, προσηλωμένος στο ανιδιοτελές καθήκον που πηγάζει από την ψυχική πεποίθηση του ήρωα πως είναι γεννημένος για μεγάλα και σημαντικά πράγματα. Είναι ο Λάσκος δίπλα σε μεγάλες μορφές όπως ο Παπαφλέσας, ο Διάκος, ο Καραϊσκάκης και ο Νέλσονας γιατί "τον θρύλο μόνο ο χάρος από το βόλι του εχθρού μπορεί στον ήρωα να χαρίσει". Ο θάνατός του από ένα εχθρικό βόλι δεν σήμαινε τη λήθη αλλά το πέρασμα σε μια άλλη μορφή ζωής, "τη φλόγα της αιώνιας κι άφθαρτης ζωής στα μάτια" με την οποία τον βλέπουν στα όνειρά τους όσοι τον γνώρισαν. 

Η μεταφυσική του ήρωα, του καραγατσικού ήρωα, πλανιέται και μετά τον χαμό του πάνω στη γη και επιβάλλει τη δική του ηθική στους ζωντανούς, όπως στον μοναδικό του έρωτα, την Αλκμήνη, την οποία απέτρεψε να παντρευτεί άλλον άνδρα: "Τώρα που πέθανε, είναι η γυναίκα του". Παράξενη ηθική όπως παράξενοι και αλλόκοτοι είναι οι ήρωες της φαντασίας του Καραγάτση που διαπλέκονται με τους πραγματικούς ανθρώπους καθιστώντας δυσδιάκριτα τα αληθινά όρια τους.

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Μνήμη Θεού

Φλάννερυ Ο' Κόννορ: "Να μπορούσα να έχω μόνο τον Θεό στο νου μου. Να μπορούσα να τον σκέφτομαι αδιάκοπα". ("Ημερολόγιο Προσευχής")


«᾿Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»
 «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμὸν» (Αʹ Θεσσαλ. εʹ 17· Ματθ. κστʹ 41)

Διχογνωμίες μεταξύ αναγνωστών

Όταν βρίσκεσαι σε μια παρέα ποτέ δεν πρέπει ν' αποκαλύπτεις τις αναγνωστικές σου συνήθειες. Είναι προτιμότερο να μιλάς, με όση οίηση και ξιπασιά διαθέτεις για τις ερωτικές σου συνήθειες, το ερωτικό σου ιστορικό, παρά να μιλάς για τις αναγνωστικές σου προτιμήσεις, για αγαπημένους συγγραφείς, για υπερτιμημένους συγγραφείς, κυρίως δε να μη σχολιάζεις τα αναγνωστικά γούστα των άλλων καθώς αν συμβεί αυτό είναι ενδεχόμενο να προκύψουν τα εξής ζητήματα: Πρώτον, η οίηση να καταβάλλει εσένα και να προβείς έτσι σε μια άχρηστη επίδειξη των αναγνωστικών σου ικανοτήτων ή της γενικότερης παιδείας σου, το οποίο θα σε καταστήσει αγενή ή αντιπαθητικό στα μάτια της παρέας. 


Δεύτερον, δεν πρέπει να προβείς σε αρνητικό σχολιασμό των αναγνωστικών προτιμήσεων των άλλων, όσο κι αν σε καίει το ζήτημα, όσο κι αν νιώθεις πως σε πνίγει το δίκιο ως έμπειρου αναγνώστη που έχει λιώσει πάνω από εκατομμύρια σελίδες αναζητώντας μοναδικές μοναχικές ευτυχισμένες στιγμές. Και σ' αυτό το σημείο, αν επιβάλεις το δίκιο σου ενδέχεται να γίνεις αντιπαθής, ίσως περισσότερο από την πρώτη περίπτωση εφόσον αμφισβητείς ευθέως τις αναγνωστικές προτιμήσεις του άλλου, με άλλα λόγια έχεις φθάσει στο σημείο να τον θεωρείς μπροστά στα μούτρα του αδαή, άγευστο, ίσως και αγράμματο, έχεις φθάσει ν' αμφισβητείς τον δικό του τρόπο κάλυψης του ελεύθερου χρόνου του, σχεδόν έχεις υπονομεύσει το δικαίωμα του στη ζωή και στο σφάλμα. Δεν παίζουμε, δίχως να λάβουμε υπόψη όλες τις πιθανές παραμέτρους, με την αναγνωστική υπόσταση του άλλου διότι τότε εισερχόμαστε στα άδυτα της πιο μύχιας υπαρκτικής του κατάστασης: εκείνης του εαυτού έναντι του βιβλίου.

Αλλά ούτε μπορείς και να σιωπήσεις ενώπιον του δικού σου εαυτού καθώς τότε θα αυτοκατηγορηθείς ως αμφισβητίας των δικών σου επιλογών. Στη μάχη για την ύπαρξη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Προχθές λοιπόν στην παρέα ήλθε, αναγκαστικά αφού είχαν εξαντληθεί όλα τα θέματα η συζήτηση για τα βιβλία και τα διαβάσματά μας αυτόν τον καιρό. Πιστός στις απόψεις μου δεν μίλησα, αλλά μίλησαν οι άλλοι και ανάμεσα στους συγγραφείς που διάβαζαν αυτόν τον καιρό ήταν και ο Αύγουστος Κορτώ τον οποίον εκθείαζαν, περίπου, ως μεγάλο σύγχρονο συγγραφέα.  Ένα από τα ελαττώματα μου είναι πως δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξη μου όταν αισθάνομαι πως ανατρέπονται οι αρχές της καλαισθησίας της γραφής- δεν είναι θέμα βαθιάς κριτικής αποτίμησης ενός συγγραφικού έργου, είναι απλά η χρήση της κοινής λογικής. Ο Κορτώ έχει αρετές, κυρίως όσον αφορά τη μεταφραστική του δεινότητα, αλλά ως συγγραφέας είναι κάτι ανάλογο της Λένας Μαντά. Πληθωρικός ως προς τις πωλήσεις, όχι πληθωρικός ως προς την ουσία. Την άποψη μου τη διατύπωσα στην παρέα δίχως κάποιον ιδιαίτερο φανατισμό, ούτε αναλύοντας περαιτέρω την, αυτονόητη για μένα, εξομοίωση των δύο προαναφερόμενων συγγραφέων, αλλά σκεπτόμενος πόσο αγώνα πρέπει να δίνει κανείς για τα αυτονόητα, ακόμη κι αν αυτά αφορούν αναγνωστικές συνήθειες που, σε τελική ανάλυση, ενδιαφέρουν ελάχιστους. Ήταν προφανές πως οι φίλοι μου περνούσαν την junk food περίοδο τους ως αναγνώστες, αλλά αν συνηθίζει κανείς την κακιά τροφή δυσκολεύεται αργότερα να αναγνωρίσει τις ευεργετικές συνέπειες της υγιούς πνευματικής διατροφής.

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017

Σαντιάγο Ρονκαλιόλο: Καρφίτσες στην άμμο

Το προηγούμενο, και μοναδικό, βιβλίο, του Ρονκαλιόλο που είχα διαβάσει ήταν η "Τέταρτη Ρομφαία", ένα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο γύρω από την παράνοια του ένοπλου αντάρτικου του "Φωτεινού Μονοπατιού", μιας μαοϊκής οργάνωσης ψυχοπαθών που αν ποτέ κέρδιζαν την εξουσία στο Περού θα μετέβαλαν τη χώρα σε μια λάτιν εκδοχή της Βόρειας Κορέας. 

Χρειάστηκε όμως ποτάμια αίματος για να εξοντωθεί, ως επί το πλείστον, η οργάνωση και ένας αμφιλεγόμενος πρόεδρος που στην προσπάθειά του για επικράτηση ανέστειλε τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα του, ο Αλμπέρτο Φουχιμόρι, και όλα αυτά συνιστούν πρώτης τάξεως μυθιστορηματικό υλικό για ταλαντούχους συγγραφείς όπως ο Ρονκαλιόλο.

Το "La noche de los alfileres" διαβάζεται ως θρίλερ με πρωταγωνιστές τέσσερα σχολιαρόπαιδα που φοιτούν σε εκκλησιαστικό σχολείο στη Λίμα, ο Κάρλος, ο Μπέτο, ο Μανού και ο Μόκο. Τέσσερις διαφορετικοί τύποι αλλά με κοινά χαρακτηριστικά: προέρχονται από προβληματικές οικογένειες και μεγαλώνουν σε μια κοινωνία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της τρομοκρατικής παρουσίας των μαοϊκών ανταρτών, στη δεκαετία του 1990, με τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης και τη μαζική κατανάλωση προϊόντων φίρμας να αντιμάχονται την "θεολογική" ψύχωση του θεωρητικού του "Φωτεινού Μονοπατιού" Γκουζμάν. Σ' αυτό το περιβάλλον υπάρχει το εκκλησιαστικό ίδρυμα με τους άκαμπτους ηθικούς νόμους και τους λειτουργούς του που κηρύττουν έναν κώδικα αρχών που έρχεται σε αντίθεση τόσο με την ορμητική φύση νεαρών αρρένων, όσο και με την πραγματικότητα που αυτοί βιώνουν. Το κεντρικό πρόσωπο αυτής της αντίφασης, το ψυχρό τέρας με το σκοτεινό όμως παρελθόν, είναι η καθηγήτρια, η δεσποινίς Πρίνγκλιν, την οποία οι τέσσερις μαθητές σχεδιάζουν να της κάνουν κάποιο είδους κακό που θα το θυμάται για πάντα.

Ο Ρονκαλιόλο σκηνοθετεί ένα αριστουργηματικό θρίλερ μέσα από την διαφορετική κάθε φορά οπτική των τεσσάρων παιδιών. Μικρά ευσύνοπτα κεφάλαια στα οποία ο κάθε μαθητής προσφέρει τη δική του ματιά ή εκδοχή των γεγονότων που οδηγούν αναπόδραστα στο μαρτυρικό τέλος. Η Πρίνγκλιν, θύτης και θύμα των καταστάσεων συγχρόνως, από αποκρουστική μορφή απάνθρωπης και πάντως αντιπαιδαγωγικής λογικής, γίνεται, όσο προχωρεί το έργο στην κορύφωσή του, συμπαθής και οικεία στον αναγνώστη καθώς ο Ρονκαλιόλο αποκαλύπτει το προσωπικό της δράμα αλλά και την αξιοπρέπεια της την ώρα του βασανισμού της από τους τέσσερις μαθητές. 

Κανείς με σώας τα φρένας του, καθώς ολοκληρώνεται το βιβλίο δεν μπορεί να μην τη συμπαθήσει τελικά- ούτε αυτή η κόρη της την είχε καταλάβει, γι' αυτό και ευχόταν να μην εμφανιζόταν ξανά ύστερα από την εξαφάνισή της. Και τους τέσσερις βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου, τους βρίσκω εξαιρετικά απεχθείς- είναι βασανιστές, υπερφίαλοι, κενόδοξοι, μοχθηροί. Η Πρίνγκλιν κερδίζει το σεβασμό μου γιατί αυτή είναι το θύμα, αυτή στο τέλος θα πληρώσει με τη ζωή της, ενώ οι τέσσερις θα ζήσουν για να καταδιώκονται από τις ενοχές τους όπως σοφά επισημαίνει στο τέλος ο Κάρλος.

Άλλωστε το ποιοί πραγματικά ήσαν οι τέσσερις το μαθαίνουμε κάπου στη μέση της διήγησης:
"Έτσι είμαστε κι εμείς, σαν τις καρφίτσες: μερικά σχολιαρόπαιδα του κώλου, χαμένα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα σχολιαρόπαιδα του κώλου".

Η εξέλιξη δικαίωσε αυτήν την διαπίστωση.

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Jim Thompson: Pop. 1280

Μια ματιά στην κόλαση, μια βουτιά στο έρεβος και την απελπισία- εκλεκτά συστατικά, με μια δόση φιλοσοφίας μηδενισμού και μπλακ χιούμορ, για να γίνει θελκτικό ένα ανάγνωσμα σαν κι αυτό του Τζιμ Τόμσον, Αμερικάνου συγγραφέα που συγκαταλέγεται ανάμεσα σ' αυτούς που έγραψαν το γοητευτικό είδος του noir και του pulp fiction.

To 1964 κυκλοφόρησε το Pop. 1280, που αποδόθηκε εύστοχα στα ελληνικά "Χίλιες Διακόσιες Ογδόντα Μαύρες Ψυχές" (μετάφραση Ανδρέα Μπάμπαλη, εκδόσεις Γνώση) και αναφέρεται στον πληθυσμό της κομητείας Πότσβιλ, εκεί όπου κυριαρχεί η μορφή του σερίφη Νικ Κόρεϋ, από τους πιο αντισυμβατικούς, ολωσδιόλου "κακούς" ήρωες- ο σερίφης αυτός δεν είναι για να εφαρμόζει το νόμο, τουλάχιστον όπως η κοινή λογική τον αντιλαμβάνεται, αλλά θεωρεί εαυτόν ως όργανο της θείας πρόνοιας προκειμένου να επιβάλλει την τάξη. 

Βέβαια, τούτη η θεία πρόνοια δεν είναι ακριβώς αυτό που ένας ευσεβής χριστιανός θα ανέμενε, αλλά μια διεφθαρμένη αντίληψη περί δικαιοσύνης και απονομής της που βασίζεται στην άκουσμα της εσωτερικής φωνής μου μιλά μέσα στον σερίφη Νικ Κόρεϋ:

"Πρέπει να συνεχίσω να κάνω το θέλημα του Κυρίου. Αυτός θα μου δείχνει τους ενόχους, κι εγώ θα αναλαμβάνω τα αντίποινα στο όνομα Του......Το μόνο που μου επιτρέπεται είναι ν' ακολουθώ τις εντολές του Κυρίου και να χτυπάω ανελέητα τους φτωχούς αμαρτωλούς, που κανείς δεν τους λογαριάζει". Η θεολογική ματιά του Κόρεϋ δικαιολογεί το κακό υπαρκτό εφόσον ο δημιουργός του είναι τελικά αυτός που αστόχησε: η ατομική βούληση επιλογής του καλού αντί του κακού σχετικοποιείται ως μια δυνατή αλλά μικρή πιθανότητα- στη ζωή αυτή αναμετριόμαστε μόνο με τις δυνάμεις του κακού γιατί έτσι τα προόρισε ο Θεός: "Δεν μπορείς να κατηγορήσεις ένα βάζο πως είναι στραβό, όταν ξέρεις πως το χέρι του αγγειοπλάστη είναι που αστόχησε", ισχυρίζεται ο σερίφης του Πότσβιλ, για να δικαιωθεί λογοτεχνικά ο δημιουργός του.

Ο σερίφης Κόρεϋ αναποδογυρίζει το ηθικό σύμπαν, καταπατά κάθε εντολή του Κυρίου, απλώνει την ηθική του σήψη σε όσους τον συναναστρέφονται, έχει όμως ένα ακλόνητο, θεολογικών αποχρώσεων, επιχείρημα: "Αν εγώ βάλω κάποιον σε πειρασμό, αυτό δε σημαίνει βέβαια πως αυτός πρέπει να υποκύψει στον πειρασμό"- κι αυτό το επιχείρημα είναι αρκετό να ερμηνεύσει τη σχέση των διαφόρων θηλυκών πειρασμών του έργου, γυναίκες που υποτάσσονται στην αρχέγονη ερωτική δύναμη του αρσενικού Κόρεϋ, για να μετατραπούν σε όργανα της ιδιότροπης θείας πρόνοιας.

Jim Thompson
Ο γοητευτικός παλιανθρωπισμός του σερίφη Νικ Κόρεϋ, δεν θα μπορούσε να ανθίσει παρά μονάχα αν ο συγγραφέας είχε ενστερνισθεί την άποψη περί της αθλιότητας της ανθρώπινης φύσης. Σε έναν κόσμο καθαρμάτων (ενδιαφέρουσα οντολογική άποψη: "είμαστε μια μικρή μειονότητα αποτελούμενη από έναν και μόνο άνθρωπο"), ο Κόρεϋ διασώζεται γιατί ομολογεί τη συνάφεια του με το σύνολο των καθαρμάτων και των παλιανθρώπων αυτού του κόσμου, και ακόμα περισσότερο, να θεωρεί εαυτόν σε ακόμα χαμηλότερο επίπεδο απ' αυτούς. Μια θυσία γι' αυτόν, ένα είδος ταπείνωσης, να είναι σερίφης σ' αυτή την κομητεία.

Ακόμα και τα βαθιά ερωτήματα που τον απασχολούν, ίσως δεν βρουν απάντηση σ' αυτόν εδώ τον κόσμο: "Ξύνομαι μετά στ' αρχίδια, κι αναρωτιέμαι ποιά στιγμή ακριβώς αυτό που κάνω παύει να είναι ξύσιμο κι αρχίζει να γίνεται μαλακία".

Ο Τζιμ Τόμσον ο οποίος πέθανε από ασιτία, αφού είχε διαγνωστεί με καρκίνο συνέπεια του χρόνιου αλκοολισμού του, αρνούμενος να φάει είχε αποδεχτεί το μάταιο της συνέχισης της υλικής του υπόστασης, έγραψε hard boiled μυθιστορήματα γεμάτα με αρνητικούς (τρόπος του λέγειν ;) ήρωες- αλλά κέρδισε το γενικό σεβασμό ομοτέχνων του όπως ο Στήβεν Κινγκ, κι αυτό λέει αρκετά.