Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Νόρμπερτ Ελίας: Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015, μεταφρ. Γ. Πεδιώτης, Γ. Θωμαδάκης
Στο πολύ σημαντικό αυτό δοκίμιο ο μεγάλος κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελίας επιχειρεί να ερμηνεύσει μέσα από γεγονότα της γερμανικής ιστορίας  τη διαμόρφωση του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος που οδήγησε στην άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία. Το βασικό ερώτημα που, αν πρέπει να απαντηθεί με κάποια πειστικότητα χρειάζεται να ψηλαφίσει κανείς βαθιά στη ψυχή του γερμανικού έθνους, είναι πως αυτός ο λαός με τέτοια πνευματικά χαρίσματα μπόρεσε να φθάσει με άκρα αποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του Ολοκαυτώματος.

Πράγματι, ο Ελίας γράφει, "οι διωγμοί κατά των Εβραίων είχαν ένα ισχυρό στοιχείο ρεαλισμού και ορθολογικότητας". Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο προϋπόθεση ήταν πέρα από την τεχνική κατάρτιση η οποία έφθασε σε ακρότατα όρια λόγω της γραφειοκρατικοποίησης των ενεργειών των αξιωματούχων και ένα απαραίτητο ψυχικό στοιχείο που κινητοποιούσε την βούληση έτσι ώστε οι διαταγές του Χίτλερ και του Χίμλερ να εκτελούνται με ακρίβεια ως τον τελευταίο δεσμοφύλακα σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης: το αρχέγονο αυτό στοιχείο ήταν το μίσος κατά των Εβραίων. 

Ένα μίσος που λογικά δεν ερμηνεύεται, μπορεί όμως να ερμηνευτεί ως ιδεολογική κατασκευή: "Αποτελούσε (για τον Χίτλερ και τους οπαδούς του) απλώς πεποίθηση τους ότι τούτο υπαγόρευε η φύση, η τάξη του κόσμου και ο δημιουργός της". Η εξόντωση των Εβραίων από πολεμικής απόψεως δεν εξυπηρετούσε κανένα στόχο των Ναζί. Ήταν το φυλετικό μίσος εκείνο που τύφλωσε τους Ναζί και μετέτρεψε τους Εβραίους σε αποδιοπομπαίους τράγους στην ιστορία. 

Ο Χίτλερ δεν είχε κρύψει τα πιστεύω του, αν και υπήρχαν και κυκλοφορούσαν αντισημιτικές αντιλήψεις στην Ευρώπη, ο Χίτλερ προσέδωσε σ' αυτές ένα μυστικιστικό τόνο, μια αντίληψη περί θεοδικίας, ένα κίνημα μεσσιανικού χαρακτήρα σαν κι αυτά που είχαν γεννηθεί τον Μεσαίωνα. Η διαφορά είναι βέβαια πως οι Ναζί είχαν την τεχνική ικανότητα να υλοποιήσουν το σχέδιο τους.

Ο Ελίας ανατρέχει στον τρόπο διαμόρφωσης του γερμανικού κράτους και στη διαφορά της εξέλιξης του από τα ανταγωνιστικά του έθνη, τους Γάλλους και τους Βρετανούς. Η γερμανική ιστορία και ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους οι Γερμανοί ιστορικά σε σχέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η Γερμανία είναι στην ουσία ένα σύγχρονο κράτος που έφθασε στην ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων μέσω "ενός ισχυρού ηγέτη που θα κατάφερνε να αποκαταστήσει την ενότητα και την ομόνοια".  

Η πολιτική ως σχέση ισχύος ανάμεσα σε κράτη δεν ήταν το παιχνίδι που είχαν μάθει να παίζουν επί ίσοις όροις οι Γερμανοί με πολύ εμπειρότερους παίκτες. Η γερμανική αυτοσυνείδηση μέχρι την εποχή του Μπίσμαρκ ήταν μια έννοια ακαθόριστη, "δεν υπήρχε κάποιος τρόπος ζωής ο οποίος να λογίζεται στη σκέψη και στον λόγο ως χαρακτηριστικά γερμανικός". Την ώρα που οι Βρετανοί κυριαρχούσαν σε όλες τις θάλασσες, οι Γερμανοί ανέπτυσσαν την έννοια της Bildung, της καλλιέργειας εκείνης που ξεφεύγει από τα όρια της τυπικής παιδείας.

 Έτσι όταν ήρθε η ώρα να μπουν κι αυτοί στο παιχνίδι κατανομής ισχύος μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων, μπήκαν με δυσμενείς όρους.  Ο απολυταρχικός μονάρχης ήταν αυτός που όριζε την τύχη της Γερμανίας, αυτός που ενσάρκωνε το όραμα της ενότητας με μέσο την πειθαρχία στην εξουσία του. Καθήκον λοιπόν του κάθε ατόμου ήταν να δώσει τα πάντα σ' αυτή την ενότητα, στην ιδέα της Γερμανίας ως κάτι του ξεχωριστού: "την ώρα που η πατρίδα τους είχε ανάγκη, έπρεπε να υπακούσουν στο κάλεσμα των όπλων με κάθε τίμημα". 

Αυτό που έχει ενδιαφέρον στην ανάλυση του Ελίας για την άνοδο του Χίτλερ είναι πως δεν αποδίδει τόση σημασία στους όρους που επιβλήθηκαν στη Γερμανία μετά την ήττα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά αναζητά τη γενεσιουργό αιτία στην ίδια τη γερμανική ιστορία με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, ένα από τα οποία ήταν η ταύτιση των Γερμανών με κάποιον δυνάστη. Αυτό συνεπαγόταν την ύπαρξη ενός ζωτικού χώρου, στην Ευρώπη φυσικά, όπου η Γερμανία θα ανέπτυσσε την αυτοκρατορική της ισχύ, διότι, όπως γράφει ο Ελίας "οι Γερμανοί ήταν πρακτικά οι μόνοι για τους οποίους η εικόνα μιας αυτοκρατορίας στην Ευρώπη αποτελούσε μέρος της παράδοσής τους".

Αντιλαμβάνοντας ο Ελίας την ιστορία της Γερμανίας ως μια ιστορία παρακμής, συγκρινόμενη βέβαια με τις άλλες χώρες της Δύσης, θεωρεί πως οι Γερμανοί αναζήτησαν στον Χίτλερ τον παράγοντα εκείνο που θα τους έδινε το δικαίωμα να υπάρχουν όχι απλώς σαν ισότιμα μέλη αλλά ως ηγέτες τουλάχιστον στην Ευρώπη. Εκχώρησαν έτσι τη συνείδηση τους στο Κράτος και σ' αυτό απόθεσαν τις προσδοκίες τους, με αποτέλεσμα "κάθε σύγκρουση ανάμεσα στον έλεγχο που ασκούσε το κράτος και σ' εκείνον που ασκούσε η δική τους συνείδηση τους προκαλούσε έντονη δυσφορία. Ως εκ τούτου, με τρόπο αντανακλαστικό, κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να απωθήσουν όποιο συμβάν απειλούσε να προκαλέσει μια τέτοια σύγκρουση".

Ο Ελίας δεν απαντά στο ερώτημα αν ένα τέτοιο φαινόμενο μπορεί να ξαναγεννηθεί, αφήνει όμως τον υπαινιγμό πως μπορεί να υπάρξουν ξανά οι κοινωνικές εκείνες συνθήκες που ευνόησαν την γέννηση αυτής της βαρβαρότητας. Η μόνη διέξοδος, λέει, είναι η γνώση αυτών των συνθηκών προκειμένου ν' αποτραπεί μια παρόμοια κατάσταση γενικευμένης αταξίας στο μέλλον. Είναι μια αισιόδοξη αντίληψη την οποία δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε ως προς τα κίνητρα της, δεχόμενοι ωστόσο και την απλοϊκή άποψη πως η ιστορία, τελικά, δεν διδάσκει τίποτα.

Το πρόβλημα με τη Δανία

Για άλλη μια φορά, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τη διαφθορά την οποία συντάσσει η μη κυβερνητική οργάνωση "Διεθνής Διαφάνεια" οι σκανδιναβικές χώρες είναι πρώτες στη λίστα και ειδικότερα η Δανία είναι στην κορυφή. Είναι με βάση την έρευνα αυτή η πιο αδιάφθορη, η πιο διαφανής χώρα στον κόσμο.

Φυσικά η έκθεση αυτή δεν συμπεριλαμβάνει στα κριτήρια προς διερεύνηση, προκειμένου να αξιολογήσει τις χώρες, το βαθμό ψυχικής ισορροπίας ή ασθένειας των κρατών και των λαών αυτών. Αν το λάμβανε υπόψη, η κατάταξη για τη Δανία θα ήταν διαφορετική, ίσως θα συγκαταλεγόταν σ' αυτές τις χώρες με τον μεγαλύτερο βαθμό εσωτερικής δυστυχίας ή ακόμα και απανθρωπιάς, αν και τα δύο αυτά συνδέονται. 

Διότι πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί η Δανία πια, όταν ψηφίζει νόμο το Κοινοβούλιο της ώστε μόλις πατάνε οι δυστυχείς μετανάστες το πόδι τους στην πλούσια αυτή χώρα του Βορρά, το κράτος να έχει τη δυνατότητα κατάσχεσης των περιουσιακών τους στοιχείων; Αυτό, σύμφωνα με τους εμπνευστές του νόμου, πρόκειται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την είσοδο μεταναστών και προσφύγων στην επικράτεια της. 

Η προβληματική ψυχοσύνθεση των Δανών, αυτή η διάσπαση του έσω ατόμου με τον κόσμο γύρω του, αντανακλάται και στην προσωπική ζωή των δύο πιο ξακουστών συγγραφέων της, του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και του Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Βασανισμένες ψυχές και οι δύο, δεν μπόρεσαν να απλώσουν την ψυχή τους εκτός του εγώ τους, καταπιέζοντας τον εαυτό τους σε μια ανέραστη ύπαρξη. Δημιούργησαν όμως ένα θαυμαστό έργο. Κάπως έτσι και το κράτος Δανία, σε συνέχεια της πνευματικής ύπαρξης των μεγάλων της συγγραφέων, δημιούργησε (αλλά με πόση καταπίεση και αφαίμαξη των ενστίκτων) ένα υποδειγματικό κράτος που όμως νοσεί βαθύτατα υπαρξιακά όπως αποδεικνύει η βάναυση μεταχείριση των δυστυχισμένων που καταφεύγουν στο έδαφός της.

Το πρόβλημα με τη Δανία δεν φαίνεται από την πρώτη θέση στη λίστα των πιο αδιάφθορων χωρών. Μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να είναι προς μίμηση από κανέναν εχέφρονα. 

Χένρυ Τζέημς: Τα χαρτιά του Άσπερν

Ο Χένρυ Τζέημς είναι το ίδιο απολαυστικός όταν γράφει διηγήματα όσο και μυθιστορήματα ποταμούς. Τα δεύτερα λόγω των πολλών λεπτεπίλετων αποχρώσεων και των συνεχών υπαινιγμών, καθώς και των μεγάλων προτάσεων κατάφορτων από συνειρμούς σκέψεων είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσεις αν δεν είσαι εντελώς προσηλωμένος στο κείμενο, λίγο να αφαιρεθείς έχασες κάτι από τη μαγεία της λεπτομέρειας του Τζέημς- και δεν κρύβεται μονάχα ο διάβολος στις λεπτομέρειες αλλά ενίοτε και ο αναγνωστικός παράδεισος, και σ' αυτό ειδικεύονται τα μεγάλα μυθιστορήματα του Τζέημς. Αλλά και οι νουβέλες του θέλουν εξίσου προσοχή και αφοσίωση, αν και σαφώς διαβάζονται ευκολότερα και δεν εξουθενώνουν τον βιαστικό αναγνώστη. Τα "Χαρτιά του Άσπερν" γράφτηκαν το 1888, λίγο πριν την τελευταία φάση της δημιουργικής πορείας του Τζέημς στην οποία δεσπόζουν τα εμβληματικά "Χρυσό Κύπελλο" και τα "Φτερά της Περιστεράς". Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο Τζέημς είχε την έμπνευση να γράψει την συγκεκριμένη νουβέλα από μια αληθινή ιστορία που άκουσε όταν βρισκόταν στην Ιταλία, και αφορούσε την προσπάθεια του ηλικιωμένου ναυτικού Εδουάρδο Αύγουστο Σιλσμπέε να έρθουν στην κατοχή του ντοκουμένα που αντήλλαξαν μεταξύ τους οι μεγάλοι ποιητές Σέλλεϋ και Μπάϋρον, και τα οποία είχε στην κατοχή της η Κλαιρ Κλαιρμόντ, ετεροθαλής αδελφή της Μαίρυ Σέλλεϋ. 
Στο διήγημα του Τζέημς, τα αντίστοιχα λάφυρα ονομάζονται χαρτιά του διάσημου ποιητή Άσπερν τα οποία αναζητά με μανία ο αφηγητής της ιστορίας που δηλώνει μέγας θαυμαστής του έργου του και προκειμένου να τα πάρει στην κατοχή του και να τα διαβάσει, πιστεύοντας ότι αποκαλύπτουν μυστικά του αγαπημένου του συγγραφέα, είναι διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε, να φθάσει μέχρι τα άκρα που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι να νοικιάσει έναντι ενός εξωπραγματικού ενοικίου δωμάτια στην τεράστια βίλλα που κατέχει η Κυρία Μπορντερώ, μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη που ζει με την ανιψιά της Μις Τίνα. Εκεί πλέον μηχανεύται τρόπους για να αποκτήσει αυτά τα ντοκουμένα που θα ξεδιψάσουν τη μανία του για τον μεγάλο ποιητή Άσπερν.
Λέγεται πως ο Τζέημς μ' αυτή την ιστορία αναμετρήθηκε επίσης με τον εαυτό του και τα όρια που μπορεί να έχει μια βιογραφική αφήγηση, δηλαδή για το πόσο μακριά μπορεί να το πάει ένας βιογράφος όταν αρχίζει να συνθέτει την εξιστόρηση, και τις ιδιαίτερες στιγμές του φυσικά, ενός διάσημου προσώπου. 

Ο Τζέημς σχεδίαζε μια τέτοια βιογραφία για τον Ναθάνιελ Χώθορν και αναρωτιόταν για τα ηθικά όρια των πληροφοριών που έπρεπε ή σκόπευε να έχει πρόσβαση προκειμένου να γράψει τη βιογραφία. Ο αφηγητής του διηγήματος αποκαλείται από την Κυρία Μπορντερώ ως "παλιάνθρωπος εκδότης" μόλις εκείνη αντιλαμβάνεται πως είναι έτοιμος να αποσπάσει με δόλιο τρόπο τα πολύτιμα αρχεία του ποιητή Άσπερν που με τόση επιμέλεια κρύβει. Η εμμονή του αφηγητή είναι τόσο αρπακτική που από την αρχή ακόμα, μόλις μαθαίνει που κρύβονται τα περίφημα χαρτιά, θεωρεί πως μονάχα με την υποκρισία και την διπλοπροσωπία μπορεί να τα αποσπάσει. 

Κάτι ανάλογο δηλαδή με την τακτική των λεγόμενων δημοσιογράφων οι οποίοι χρησιμοποιούν δόλιες μεθόδους για να φθάσουν στην αποκάλυψη κάποιας πραγματικότητας, παραβιάζοντας ενίοτε την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων που έχουν σταμπάρει λόγω της έρευνάς τους. Μπορεί λοιπόν η συγκεκριμένη νουβέλα του Τζέημς να διαβαστεί και ως ένα σχόλιο γύρω από την ελευθερία και τα όρια της αναζήτησης πηγών και αρχείων καθώς και των μέσων που χρησιμοποιεί κανείς για να φθάσει στην πηγή της γνώσης. 

Ο Τζέημς δείχνει βέβαια και τα όρια της θυσίας που πρέπει να κάνει κάποιος γι' αυτό, καθώς εγκλωβίζει τον αφηγητή στην δυνατότητα απάρνησης του εγώ και της ελευθερίας του για να αποκτήσει αυτό που ποθεί περισσότερο- να δώσει αίμα για να αποκτήσει πνεύμα, αλλά δεν είναι τελικά τόσο εύκολο όσο ακούγεται, είναι όμως μονάχα αυτό το αληθινό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν μια αναζητήση έχει ευγενή ή εγωιστικά κίνητρα. 

Η λογοτεχνική ιδιοφυία του Τζέημς μετατρέπει μια πραγματική ιστορία σε ένα μεταφυσικό δοκίμιο γύρω από τα κίνητρα των επιθυμιών μας προσφέροντας μεθόδους ελέγχου αυτών. Ο αφηγητής πίστευε πως θα μπορούσε να πληρώσει το τίμημα, ήταν όμως αργά- υπολόγισε περισσότερο τα δικά του "θέλω" παραγνωρίζοντας πως δεν αρκεί η καταβολή του τιμήματος αλλά και η έγκαιρη απόδοσή του.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Τζωρτζ Στάϊνερ: Τολστόϊ ή Ντοστογιέφσκι

Εκδ. Αντίποδες 2015
Σε ηλικία 30 ετών ο Τζωρτζ Στάϊνερ, ένας από τους σπουδαιότερους κριτικούς λογοτεχνίας της εποχής μας δημοσιεύει την σπουδαία μελέτη του γύρω από τα δύο εμβληματικά μεγέθη της ρωσικής λογοτεχνίας, τον Τολστόϊ και τον Ντοστογιέφσκι, οριοθετώντας συγχρόνως τον τρόπο που πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς και τον τρόπο που πρέπει να σκεφτόμαστε κριτικά.  Για την εποχή που γράφτηκε η μελέτη ήταν πρωτοποριακή, όχι με την έννοια πως εισήγαγε κάτι καινοτόμο, αλλά αμφισβητώντας τα πορίσματα της "Νέας Κριτικής" που βρισκόταν τότε στο προσκήνιο η οποία απέδιδε σημασία "στη λεπτομέρεια της μορφής, στην αμφισημία και στο αυτοσυνείδητο των σχημάτων του λόγου".  Ο Στάϊνερ θέλει να δει τα πράγματα λίγο βαθύτερα γι' αυτό αναζητεί τις θεολογικές και υπαρξιακές ρίζες των έργων που έχει απέναντί του τονίζοντας στον πρόλογο στην 2η έκδοση του βιβλίου του πως "προσπάθησε να καταδείξει ότι το κύρος των δύο συγγραφέων δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θεολογική τους στράτευση". Με άλλα λόγια, πήρε στα σοβαρά τα όσα είχαν να πουν οι δύο μεγάλοι συγγραφείς αναφορικά με το περί Θεού ερώτημα το οποίο, με τη σειρά του, υπονοούσε σαφή τοποθέτηση για το περί ανθρώπου ερώτημα.
Η γραφή του Στάϊνερ κυλά τόσο άνετα (γι' αυτό ευθύνεται, φυσικά, και η μετάφραση του Κ. Σπαθαράκη για την οποία θα είναι περήφανος ο αειθαλής Στάϊνερ) όσο και ο προφορικός του λόγος, ένας λόγος που καταπλήσσει με την ρητορική και επιχειρηματολογική δεινότητα του. Καταπλήσσει όμως και η ειλικρίνεια του, καθώς παραδέχεται κατηγορώντας συνάμα τον εαυτό του γι' αυτό επειδή δεν γνώριζε ρωσικά, πως η κριτική προσέγγιση των κειμένων έγινε αποκλειστικά μέσω των διαθέσιμων μεταφράσεων που είχε των Ρώσων κλασικών, ειδικότερα των αξεπέραστων μεταφράσεων στην αγγλική των Λουίζ και Έλμερ Μωντ και Κονστάνς Γκάρνετ. 
George Steiner
Ο Στάϊνερ οριοθετεί το αόρατο νήμα που συνδέει το έργο των Ρώσων κλασικών με τους λογοτέχνες και δραματικούς συγγραφείς του παρελθόντος. Έτσι, ο επικός Τολστόϊ κατάγεται από τα έπη του Ομήρου, ενώ ο Ντοστογιέφσκι αναφέρεται πνευματικά στον Σαίξπηρ. Αλλά και η επιλογή του κάθε αναγνώστη δεν είναι άμοιρη των εσωτερικών προδιαθέσεων του, καθώς πρόκειται "για δύο αντιτιθέμενες ερμηνείες της ανθρώπινης μοίρας, του ιστορικού μέλλοντος και του μυστηρίου του Θεού".
Η πολυμάθεια του Στάϊνερ, και η εξαιρετική μνήμη που διαθέτει, τον βοηθά να ξετρυπώνει από την παγκόσμια λογοτεχνία ρήσεις, υπαινιγμούς, επισημάνσεις, αντιθέσεις και συμφωνίες με τους συγγραφείς που εξετάζει πείθοντας τον αναγνώστη πως η ενασχόληση με την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων δεν μπορεί να είναι ούτε πάρεργο, ούτε μια έστω υψηλή διασκέδαση, αλλά μάθημα ζωής και διδάσκει πειθάρχηση και συγκέντρωση του εαυτού στο γράμμα και το πνεύμα του κειμένου- είναι μια πολύ σοβαρή ασχολία. Έτσι, παράλληλα με την σκιαγράφηση του έργου των δύο Ρώσων κλασικών έχουμε την παράθεση ονομάτων άλλων μεγάλων συγγραφέων που ως λαμπροί αστερισμοί αστράφτουν στο στερέωμα που μεσουρανούν ο Τολστόϊ και ο Ντοστογιέφσκι αντανακλώντας σ' αυτούς το φως, αλλά, όπως λέει και το γραφικό "αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη".
Η επιλογή ανάμεσα σε Τολστόϊ και Ντοστογιέφσκι είναι ζήτημα υπαρξιακής επιλογής και της εικόνας που έχει καθένας για τον Θεό και τον άνθρωπο. Ο Τολστόϊ αντιλαμβάνεται την αρχή και το τέλος της ιστορίας που είναι ο Ιησούς Χριστός όχι με τα δεδομένα και τα δόγματα της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά εξορθολογίζοντας το μήνυμα του ευαγγελίου φέρνοντας το περισσότερο κοντά στα μέτρα του ανθρώπου, ενώ ο Ντοστογιέφσκι, πιο σκοτεινός και τραγικός, ζώντας το παράλογο της ύπαρξης και αναζητώντας την παρουσία ενός Λυτρωτή παραδέχεται πως θα προτιμούσε τον Χριστό της Εκκλησίας από την αλήθεια, αν η δεύτερη δεν είχε καμιά σχέση με τον Θεάνθρωπο.  Ο Τολστόϊ "με την προσωπική και συχνά αυθαίρετη ερμηνεία του ευαγγελίου", όπως μας λέει ο Στάϊνερ, ολισθαίνει στην ίδια λογική των αρχαίων αιρεσιαρχών που κόβοντας και ράβοντας, όπως κυριολεκτικά έκαμαν μερικοί εξ αυτών, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, επιχείρησαν να προσδώσουν μια ορθολογική ερμηνεία της παρουσίας του Χριστού. Αυτό που σώζει τον Τολστόϊ είναι η καλλιτεχνική μεγαλοσύνη του έργου του και ο πλούτος των εικόνων και των ιστοριών που έχει να διηγηθεί, καθώς και ο ανθρωπισμός, μέσω της θεϊκής αντίληψης που προασπίζει, που δονεί την φιλοσοφία του. Οι διαφορές όμως είναι ορατές. Ο Στάϊνερ παραθέτει την άποψη του Μπερντιάεφ που λέει πως "η ιδιοφυϊα του Τολστόϊ ανήκε στο είδος του προφήτη και του θρησκευτικού αναμορφωτή, όχι όμως σε εκείνο του θεολόγου με την παραδοσιακή τεχνική έννοια". Άλλωστε ήταν οι απόψεις του Τολστόϊ που βρήκαν αν όχι εφαρμογή, πάντως ευήκοα ώτα στους φορείς της πολιτικής εξουσίας όπως ήταν οι μπολσεβίκοι του Λένιν και σε διάφορα χιλιαστικά κινήματα που είδαν σ' αυτόν μια θεωρία καταδίκης της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Ντοστογιέφσκι, αντίθετα, απέρριψε την ουτοπία της επί γης βασιλείας αναζητώντας την αλήθεια στον έσω μετανοημένο άνθρωπο, μένοντας περισσότερο πιστός στην εκκλησιαστική κατανόηση του Ιησού Χριστού. Η μεγάλη διαφορά τους τελικά έγκειται στο ότι ο Ντοστογιέφσκι αναμετρήθηκε με την άβυσσο της ψυχής του ανθρώπου, είδε την άβυσσο αλλά δεν τη φοβήθηκε, καθώς "ήταν εξαιρετικά δύσπιστος απέναντι στην ανθρωπιστική διδασκαλία και προτιμούσε να βρίσκεται μαζί με τους πονεμένους, τους τρελούς και κάποτε εγκληματικά διεστραμμένους "δούλους του Θεού".
Ο Τολστόϊ στο προσκεφάλι του, στις τελευταίες μέρες της ζωής του, λέγεται ότι είχε ένα αντίγραφο των "Αδελφών Καραμαζόβ" μαζί με τα "Δοκίμια" του Μονταίν, προσπαθώντας έτσι να εξισορροπήσει τις αντικρουόμενες τάσεις της ψυχής του. Συχνά αναρωτιέμαι, πως θα με βρει και μένα αυτή η ώρα. Τουλάχιστον κάποια μέτρα έχω πάρει, και απέναντι από το κρεβάτι μου, σε ένα ντουλάπι, βρίσκονται αραδιασμένοι όλοι οι τόμοι του Τολστόϊ και του Ντοστογιέφσκι, καθώς και οι κορνιζαρισμένες φωτογραφίες τους- αλλά αν ήθελα να έχω πιο κοντά μου, στο κομοδίνο, κάτι απ' αυτούς, θα επέλεγα επίσης τους "Αδελφούς Καραμαζόβ" και μάλιστα ανοιγμένο στις τελευταίες σελίδες όπου γίνεται αναφορά από τον Αλιόσα και την παρέα των παιδιών στην εκ νεκρών ανάσταση. 

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Ο Γενικός Γραμματέας

Στην ελληνική δημόσια διοίκηση οι τίτλοι που συνοδεύουν κάποια θέση ευθύνης δεν διεκδικούν δάφνες φαντασίας: γενικός γραμματέας, ειδικός γραμματέας, γενικός διευθυντής, μετακλητός υπάλληλος, υπάλληλος αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου, τακτικός υπάλληλος, αναπληρωτής γενικός γραμματέας, γενικός διευθυντής κλπ. Όλοι αυτοί οι τίτλοι θυμίζουν τις ανάλογες εκκλησιαστικές προσφωνήσεις: αιδεσιμολογιότατος, πανοσιολογιότατος, σεβασμιότατος, μακαριότατος κλπ. 

Με άλλα λόγια, έχουμε βρει κατάλληλες λέξεις προκειμένου να ντύσουμε την μετριότητα του εαυτού και της φαντασίας μας προκειμένου να ικανοποιήσουμε την αυταρέσκεια μας. Και αν οι τίτλοι και τα αξιώματα στην εκκλησία δεν μεταδίδονται και δεν παραδίδονται μέσω της οικογενειακής επετηρίδας, στο δημόσιο χώρο της Πολιτείας, σ' αυτό που σκωπτικά λέμε "Ελληνικό Κράτος" αυτός είναι ο κανόνας. 

Ο Αλέξης Τσίπρας τις προάλλες έκαμε αυτό που και οι προκάτοχοι του είχαν κάνει, να εκφωνήσει ομιλία στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης αναφερόμενος στα κακώς κείμενα του μεγάλου ασθενούς, που είναι η δημόσια διοίκηση, και τι ιδέες έχει το κόμμα του έτσι ώστε να θεραπεύσει αυτήν την πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Δεν είχα κανένα λόγο να διαβάσω αναλυτικά την ομιλία του- διάβασα παρόμοιες ομιλίες που είχαν εκφωνηθεί πριν μερικά χρόνια από άλλους πρωθυπουργούς στο ίδιο μέρος. 

Ο Αλέξης Τσίπρας όμως ήταν άτυχος διότι την ίδια μέρα αποκαλύφθηκε πως ο γενικός γραμματέας του κόμματος του διόρισε ως μετακλητούς υπαλλήλους, που σημαίνει προσαυξημένες κατά πολύ αποδοχές σε σχέση με τον υπάλληλο καριέρας, ανθρώπους του οικογενειακού του περιβάλλοντος δικαιολογώντας την κίνηση αυτή περίπου με όρους επαναστατικού ιστορικού δικαίου: χρωστά η ιστορία στην διωκόμενη και ηττημένη αριστερά κάποιες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό ημετέρων. 

Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε στην έδρα της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ενός θεσμού που υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η τότε κυβέρνηση, προτού καν δημιουργηθεί το ΑΣΕΠ, προσπάθησε να μιμηθεί τον αντίστοιχο θεσμό της Γαλλίας, αλλά αυτή η προσπάθεια έμεινε μονάχα στα χαρτιά, καθώς ο τρόπος που δημιουργήθηκε η Σχολή και όπως λειτούργησε καμιά σχέση δεν είχε με τον ρόλο που οι αντίστοιχοι απόφοιτοι της γαλλικής Σχολής παίζουν στον γαλλικό δημόσιο- ήταν απλώς μια απόπειρα διοικητικού εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, εντελώς αποσπασματικής και ανολοκλήρωτης. Το μόνο που άξιζε σ' αυτή την προσπάθεια ήταν πως ο τρόπος εισαγωγής σ' αυτή τη Σχολή ήταν δύσκολος και αδιάβλητος, όπως και το επίπεδο σπουδών εντός αυτής, αλλά και πάλι ουδεμία σχέση είχε με το γαλλικό αντίστοιχο.

 Ήταν όμως μια όαση αξιοκρατίας και παρά τα προβλήματα, εξακολουθεί να είναι. Σ' αυτή λοιπόν τη Σχολή προσήλθε και μίλησε ο Τσίπρας για αξιοκρατία, όταν οι συγγενείς διαφόρου βαθμού στελεχών του κυβερνώντος κόμματος ήδη άρχισαν να στελεχώνουν νευραλγικές θέσεις στο Κράτος οι οποίες λειτουργούν ως παράλληλη διοίκηση εντός του κρατικού μηχανισμού, μια ιδιότυπη, αλλά πανίσχυρη ιεραρχία η οποία λύνει και δένει στους δημόσιους οργανισμούς παρακάμπτοντας τη μόνιμη διοικητική ιεραρχία την οποία ποτέ δεν εμπιστεύτηκαν οι κυβερνώντες οποιασδήποτε απόχρωσης διότι δεν της είχαν ποτέ εμπιστοσύνη. Ακόμα και τις εποχές που η εκάστοτε ηγεσία αποκαθήλωνε εν μια νυκτί διευθυντές και γενικούς διευθυντές προκειμένου να τοποθετήσει δικά της πρόσωπα, και πάλι αυτά τα πρόσωπα δεν ήταν άξια εμπιστοσύνης όσο οι κολλητοί της αυλής του εκάστοτε υπουργού, υφυπουργού, διοικητή, και αν αναλογιστεί κανείς πόσοι ανασχηματισμοί έχουν γίνει άρα πόσα τέτοια άτομα έχουν παρελάσει, για ελάχιστο διάστημα ορισμένοι εξ αυτών, από τις θέσεις των μετακλητών υπαλλήλων, καταλαβαίνει το μέγεθος της κακοδιοίκησης και της πολιτικής του ό,τι νάναι. 

Ο Τσίπρας και η αριστερά του δεν κάνουν λοιπόν τίποτα διαφορετικό απ' ότι έχουν πράξει οι προηγούμενοι και απ' ότι θα πράξουν οι επόμενοι. Σε μια χώρα και μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει ισχυρή ιδιωτική οικονομία, οι θέσεις φιλέτο στον κρατικό μηχανισμό φαντάζουν ως οι μοναδικές δυνατότητες προσπορισμού προσόδων και κοινωνικής ανέλιξης. Καμιά αριστερά και καμιά δεξιά δεν θα καταργήσει αυτή τη δυνατότητα που παρέχουν στον εαυτό τους οι νόμοι, και μάλιστα στο όνομα κάποιας ανύπαρκτης ηθικής, να διαμοιράζουν (αυτή είναι η σωστή λέξη, και όχι διορίζουν) τις θέσεις στο κράτος, τον μοναδικό πανίσχυρο εργοδότη που βυθίζει την ελληνική κοινωνία στη σήψη και τη σαπίλα. Το γεγονός πως τελικά οι θέσεις διαμοιράζονται ανάμεσα σε μέλη οικογενειών είναι απόλυτα φυσικό, και εδώ βοηθάνε οι αναλύσεις του Στέλιου Ράμφου αλλά και άλλων για την οικογενειοκρατική δομή της κοινωνίας και της πολιτείας η οποία δομή δεν αφήνει χώρο στην αξιοκρατία, την ουδέτερη και αντικειμενική κρίση αλλά μοιράζει τους τίτλους και τα αξιώματα στο χώρο τον στενό της εκάστοτε κυρίαρχης (πολιτικά) οικογένειας, όπως άλλωστε γινόταν πάντα σ' αυτόν τον γεωγραφικό τόπο. 

Ο γενικός γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι επαναστάτης, ούτε προοδευτικός, ούτε καν αριστερός: εντάσσεται θαυμάσια στο ρου της ελληνικής ιστορίας παρασυρμένος κι αυτός από την ηχώ των προγόνων του οι οποίοι αν βρίσκονταν με την πλευρά των νικητών θα έκαμαν ακριβώς τα ίδια. 

Οι επαναστάσεις στην Ελλάδα είχαν μόνο έναν σκοπό, την άλωση και την μοιρασιά των κρατικών τιμαλφών. Τα όσα αναφέρει στην ανακοίνωσή του αποδεικνύουν το παντοδύναμο μέγεθος και της αριστερής οικογένειας που συμμερίζεται τις ίδιες διαχρονικές αξίες με την δεξιά οικογένεια. Ίσως να μην υπάρχει καν και αυτός ο διαχωρισμός αλλά να μιλάμε μονάχα για την οικογένεια, την φαμίλια, τούτη την ιδιαίτερη δομή του ευρωπαϊκού νότου που κυριαρχεί στο δημόσιο βίο. 
Αυτό το απόστημα δεν θα σπάσει γιατί δεν υπάρχει τίποτα να το αντικαταστήσει.  Είναι επαρκής λόγος να εύχεται κανείς την διαιώνιση των μνημονίων και τον έλεγχο από τους ευρωπαϊκούς και αμερικάνικους θεσμούς έτσι ώστε να μην αφεθεί εντελώς ο τόπος στα χέρια των τοπαρχών. 

Έρικ Χομπσμπάουμ: Πως να αλλάξουμε τον κόσμο

Μπορεί ο μαρξισμός ν' αλλάξει τον κόσμο; Μονάχα αν τον δει κανείς σαν εγκόσμια θρησκεία, όπως έγινε αυτό στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, μια οργανωμένη θρησκεία με δικό της ιερατείο και πιστούς που συνήθως εγκληματούσαν κατά όσων θεωρούσαν ανταγωνιστές και αντιπάλους τους. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ, αυτός ο διαπρεπής ιστορικός και αμετανόητος μαρξιστής, συγκεντρώνει σ' αυτόν τον τόμο διάφορα δοκίμια που περιστρέφονται γύρω από πτυχές της μαρξιστικής ιστορίας και θεωρίας. Ο Χομπσμπάουμ είναι έντιμος όσον αφορά τους στόχους που επιδιώκει από την μαρξιστική ανάλυση: "Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις λύσεις των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας στον 21ο αιώνα. Ωστόσο, για να μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξουν λύσεις, οφείλουμε να θέσουμε τα ερωτήματα που έθεσε ο Μαρξ, ακόμη κι αν δεν θέλουμε να δεχτούμε τις απαντήσεις που έδωσαν οι μαθητές του".


Το βιβλίο διαβάζεται ως μια ιστορία του μαρξισμού του Μαρξ και του Ένγκελς- ελάχιστα επικεντρώνεται στους επιγόνους του, ή σε όσους αργότερα θεωρήθηκαν οι ίδιοι ως μαρξιστές. Υπ' αυτή την έννοια, δεν πρόκειται για μια κριτική ιστορία του μαρξισμού, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε στην καταδίκη του ακόμα και ως επιστημονικό εργαλείο, όπως το επιχείρησε ο Λέσεκ Κολακόφσκυ στο μνημειώδες έργο του "Main Currents of Marxism", αμετάφραστο, και όχι τυχαία, στα ελληνικά, όπου ανατέμνει με δεξιοτεχνία τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του μαρξισμού. Αλλά και ο Χομπσμπάουμ, παρά την τοποθέτηση του στο μαρξιστικό στρατόπεδο, είναι έντιμος αναγνωρίζοντας στον μαρξισμό του Μαρξ και του Ένγκελς μια μέθοδο σκέψης και όχι ένα κλειδί με το οποίο ανοίγει κάθε σκοτεινό δωμάτιο της ιστορίας. Σημειώνει δηλαδή: "Όλα αυτά καθιστούν αδύνατο να αντλήσουμε από τα κλασικά γραπτά οτιδήποτε που θα μοιάζει με εγχειρίδιο οδηγιών στρατηγικής και τακτικής, επικίνδυνα ακόμη και να χρησιμοποιηθούν ως αμετάκλητες αποφάνσεις, ενώ ποτέ δεν είχαν χρησιμοποιηθεί έτσι".

Και ενώ ισχυρίζεται αυτά, βλέπει τον Μαρξ περισσότερο ως κοινωνικό προφήτη παρά ως έναν επιστήμονα που από τα εμπειρικά δεδομένα που συλλέγει καταλήγει σε κάποιο γενικό συμπέρασμα, μέχρι αυτό να διαψευστεί από νέα δεδομένα. Ο Χομπσμπάουμ βλέπει στο "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος" μια φιλοσοφική θέση η οποία μετά βίας μπορεί να κρύψει την μεταφυσική της διάσταση ως ερμηνεία της ιστορίας υπό την προοπτική των εσχάτων: "Ο σκοπός του κομμουνισμού που υιοθετήθηκε πριν ο Μαρξ γίνει "μαρξιστής" δεν προέκυψε από την ανάλυση της φύσης και της ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά από ένα φιλοσοφικό-όντως εσχατολογικό- επιχείρημα για την ανθρώπινη φύση και το ανθρώπινο πεπρωμένο". Το προλεταριάτο ως φορέας απελευθέρωσης των ανθρώπων, το νεανικό όραμα του Μαρξ που δεν το εγκατέλειψε ούτε και στην ώριμη ηλικία του αλλά το περιέβαλε με την επιστημοσύνη που αποπνέει το "Κεφάλαιο" και τα μεταγενέστερα έργα του.

Η στράτευση στον μαρξισμό υπήρξε αναγκαστικά υπαρξιακή επιλογή κατά τη διάρκεια της ανόδου του φασισμού και του ναζισμού. Τότε στρατεύτηκαν οι εκλεκτότεροι διανοούμενοι που αναζητούσαν από κάπου να πιαστούν προκειμένου να επιβιώσουν πνευματικά και ο μαρξισμός αποτέλεσε γι' αυτούς την τελευταία ενδεδειγμένη λύση εφόσον ήταν ακόμη άγνωστη, ή έτσι ήθελαν όλοι να νομίζουν, η κατάσταση στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Το όπιο των διανοουμένων εκείνη την εποχή έμοιαζε με παιδικό σιρόπι που πινόταν ευχάριστα. Όμως, λέει ο Χομπσμπάουμ, "όσοι επέζησαν , συχνά απογοητεύτηκαν". Η κριτική ιστορία του μαρξισμού γράφτηκε από αυτούς κυρίως που έζησαν την προοπτική ενός άλλου κόσμου, στη θεωρία τουλάχιστον, για να οδηγηθούν στην αποστράτευση επειδή ήσαν έντιμοι. Όσοι επέμειναν, σημαίνει ότι δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ.

Τα σημαντικότερα κείμενα του βιβλίου βρίσκονται προς το τέλος όπου ο Έρικ Χομπσμπάουμ προβαίνει σε μια επισκόπηση του μαρξισμού τα τελευταία χρόνια, αναζητώντας τα αίτια για την παγκόσμια υποχώρηση του.  Όσο υπάρχει η πολιτική, δηλαδή όσο υπάρχει ο άνθρωπος που μπορεί να σκέπτεται εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης του βίου του, ο μαρξισμός θα παραμείνει ένα αναγκαίο εργαλείο σκέψης που, αν δεν θέλει να μουσειοποιηθεί, οφείλει να ανανεώνεται πετώντας μακριά τη μεταφυσική χροιά του. Ο Χομπσμπάουμ αναγνωρίζει στον μαρξισμό ότι έθεσε τον καπιταλισμό όχι ως απάντηση αλλά ως ερώτημα. Είναι δυνατό όμως σε μια θεωρία που επιθυμεί να είναι περιεκτική να μην μπαίνει στον πειρασμό της έκφρασης απαντήσεως; Ο Βρετανός ιστορικός είναι θετικός σ' αυτό το σημείο καθώς λέει πως ναι μεν "ένα συστηματικό εναλλακτικό σύστημα μπορεί να μην είναι στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόμενο διάλυσης, ακόμη και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται".  Για όλα αυτά τα προβλήματα που προκύπτουν, και εδώ ο Χομπσμπάουμ είναι αρκετά διαυγής αφού κάνει αναφορές στην εθνικιστική, θρησκευτική δημαγωγία της Δεξιάς σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης που την βλέπουμε σήμερα μπροστά μας, μας καλεί να πάρουμε στα σοβαρά υπόψη μας τον Μαρξ. Φυσικά, αυτό θα γίνει. Αλλά ο Μαρξ είναι μόνο μία από τις εναλλακτικές απαντήσεις που διαθέτουμε- αν από κάτι σωθήκαμε, είναι αυτή η μονοδιάστατη μονολιθική ερμηνευτική που έβλεπε στα κείμενα ενός μεγάλου στοχαστή τη λύση στην κοινωνική ανισότητα και εκμετάλλευση. 



Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Φίλιπ Ντικ: Το ηλεκτρικό πρόβατο

Εκδ. Κέδρος, μεταφρ. Δημ. Αρβανίτης
Να διαβάζετε Φίλιπ Ροθ αν θέλετε ρεαλιστικό μυθιστόρημα, προειδοποιούσε τους επίδοξους αναγνώστες του ο ιδιοφυής Φίλιπ Ντικ. 
Στο "Ηλεκτρικό Πρόβατο" η φαντασία οργιάζει καθώς πέρα από την φουτουριστική οπτική, αναγκαία για κάθε τέτοιο έργο, έχει και στοιχεία πολιτικού, θρησκευτικού και υπαρξιακού προβληματισμού που αναδύονται από τη σχέση ανθρώπων και ανδροειδών-μηχανών. Στο βαθμό που η διαφορά αναμεταξύ τους είναι δυσδιάκριτη και επιτυγχάνεται μονάχα μέσω εξειδικευμένων και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας τεστ από πολύπλοκες μηχανές, η σχέση τους οριοθετείται μέσα από την εξουσιαστική δυναμική που κατέχει το ανθρωποειδές και μπορεί να εκφέρει λόγο ζωής ή θανάτου για τα ανδροειδή.
Ο αγώνας όμως είναι δύσκολος για τον εξολοθρευτή ανδροειδών Ρικ Ντέκαρντ (ένα επίθετο που φέρνει στο νου τον ορθολογιστή Γάλλο φιλόσοφο Ντεκάρτ) καθώς "τα μοντέλα Νέξους-6 ξεπερνούσαν αρκετές τάξεις ιδιαίτερων ανθρώπων από άποψη νοημοσύνης.....ο υπηρέτης είχε γίνει, σε μερικές περιπτώσεις, πιο επιδέξιος από τον κύριο του". Ο Ντέκαρντ στο όνομα μιας θεολογικής κυρίαρχης αντίληψης, του μερσερισμού, αναλαμβάνει την "απόσυρση" των ανδροειδών καθώς αυτά δεν είχαν την ικανότητα της ενσυναίσθησης με άλλα όντα και ιδίως τα ζώα. Όμως η διάκριση αυτή με το συνεχές κυνηγητό και την αλληλοπεριχώρηση ανθρώπων και ανδροειδών σιγά σιγά θολώνει και ο διώκτης αρχίζει να έχει αμφιβολίες για το νόημα της αποστολής του. Το υπαρξιακό του κενό επιτείνει η ανάγκη που αισθάνεται για μια βαθύτερη σχέση με την κτίση και κυρίως τα ζώα- ένα κατοικίδιο που τον συντροφεύει έχει καλώδια και εσωτερικό μηχανισμό, ένα ηλεκτρικό πρόβατο που είναι μεν συντροφιά αλλά ατελής, διότι αυτό εκφράζει την "τυραννία του αντικειμένου". Το ηλεκτρικό πρόβατο όμως "δεν ξέρει ότι υπάρχω, όπως τα ανδροειδή δεν έχει την ικανότητα να εκτιμήσει την ύπαρξη του άλλου".  
Φίλιπ Ντικ
Έτσι ο αγώνας του  Ρικ σ'όλο το έργο είναι να βρει κάποια δυνατή σχέση που να τον εκφράσει, είτε με ένα πραγματικό ζώο, για το οποίο θα θυσίαζε πολλά χρήματα για να το αποκτήσει, είτε ακόμα και με ένα ανδροειδές που θα κάνει έρωτα μαζί του προκειμένου να γνωρίσει την χαμένη οικειότητα με τον κόσμο των προσώπων. Η διάκριση πάνω στην οποία στηρίζοταν θεμελιώδεις αρχές καταρρέει γιατί έχει καταρρεύσει η ανώτατη αρχή του μερσερισμού που, προς το τέλος του βιβλίου, φαίνεται να εκφράζεται από τον ίδιο τον Ρικ σε μια πρωτοφανή σύγχυση της ιδέας (Θεού;) και του ανθρώπου.
Όταν ομιλεί ο Μέρσερ λέει στον Ντέκαρντ πως αποτελει βασικό όρο της ζωής "η παραβίαση της ταυτότητάς σου". Αυτή η αρχή προβληματίζει τους βασικούς χαρακτήρες του συγκεκριμένου έργου προφανώς γιατί πρόκειται για μια αρχή με καθολική ισχύ. Η επιστημονική φαντασία του Φίλιπ Ντικ, χαοτική σαν το είδος του λόγου που διακονεί, αφήνει περιθώρια για πολλές ερμηνείες, δίχως αυτό το μειονέκτημα να μεταβάλλει το βιβλίο του σε ένα άγονο διάβασμα. 


Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

"Έφυγε" η Έλεν Μέικσινς Γουντ


Η Έλεν Μέικσινς Γουντ (1942-2016) ήταν καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Υόρκης του Τορόντο και μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς πολιτικών και ιστορικών βιβλίων με θέματα όπως την ιστορία του καπιταλισμού, την πολιτική θεωρία κλπ.

Είμαι ευτυχής που είχα πριν αρκετά χρόνια διαβάσει το σημαντικό της έργο Citizens to Lords των εκδόσεων Verso,
και την είχα πάντα υπόψη μου για τα υπόλοιπα έργα της. Χρησιμοποίησε τον μαρξισμό πολύ δημιουργικά στις ιστορικές της εργασίες. Αιωνία της η μνήμη.

Σαρλότ Μπροντέ: Βιλέτ

Ο μοναδικός τρόπος για να διαβαστούν τα μυθιστορήματα της βικτωριανής εποχής είναι αργά αργά, με σημειώσεις, αν έχουν πολλά πρόσωπα, που συνήθως έχουν, και με απόλυτη προσοχή στο γραπτό κείμενο προκειμένου αυτό να διεισδύει με ρέγουλα στον πνευματικό οργανισμό.
Τα μυθιστορήματα της Σαρλότ Μπροντέ δεν έχουν τη χαοτική δομή και το πολυδαίδαλο χαρακτήρων και υπο-υποθέσεων που έχουν άλλα μυθιστορήματα της ίδιας εποχής, δεν παύουν όμως να είναι πραγματικά διαμάντια γραφής που προσφέρουν αισθητική απόλαυση. Η Βιλέτ γράφτηκε το 1853, είναι το τέταρτο μυθιστόρημα που βγήκε από την πένα της Σαρλότ Μπροντέ και πολλοί αναρωτιούνται αν αυτό, και όχι η Τζέην Έϋρ αποτελεί το magnum opus της αγγλίδας συγγραφέως. Η άποψη μου είναι πως η Βιλέτ έχει περισσότερα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως για τα δικά μου γούστα είναι η σύγκριση ρωμαιοκαθολικισμού και προτεσταντισμού που επιχειρεί μέσω των δύο βασικών χαρακτήρων του έργου η Μπροντέ. 
Η βασική πρωταγωνίστρια είναι μια από τις πιο ωραίες γυναικείες ηρωίδες, η Λούσι Σνόου, μια 23χρόνη κοπέλα η οποία αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα της για τη φανταστική πόλη της Γαλλίας Βιλέτ όπου θα καταλήξει να βρει απασχόληση, να διδάξει την αγγλική γλώσσα, σε ένα προπαρασκευαστικό σχολείο που φοιτούν κορίτσια, διευθύντρια στο οποίο είναι η κυρία Μπεκ- οι κριτικοί επισημαίνουν την πραγματική απασχόληση της Σαρλότ Μπροντέ στις Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης απουσίας της από την Αγγλία. Εκεί η Λούσι Σνόου θα βρεθεί αντιμέτωπη με διάφορες καταστάσεις και ερωτικά σκιρτήματα που κανένα δεν θα έχει ευτυχή κατάληξη.
Η περίπτωση της Λούσι Σνόου αποτελεί την επιτομή της θηλυκής αξιοπρέπειας. Στο πρόσωπο της αναγνωρίζουμε μια θετική ηρωίδα η οποία αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής με αγνό βλέμμα. Εξηγεί στην Κυρία Μπεκ όταν αυτή ερευνά την προσωπικότητα της: "Της είπα πως εγκατέλειψα την πατρίδα μου με σκοπό να διευρύνω τις γνώσεις μου, κερδίζοντας το ψωμί μου. Πως ήμουν πρόθυμη να στραφώ σε οποιοδήποτε χρήσιμο πράγμα με τον όρο πως δεν ήταν σφαλερό ή εξευτελιστικό".  Δεν είναι άσχημη η εμπερία που αποκτά σ' αυτή τη σχολή η Λούσι, όμως στις σκέψεις της φαίνεται ένας προβληματισμός: "Φαινόταν να έχω δυο ζωές- τη ζωή της σκέψης και εκείνης της πραγματικότητας, και στο μέτρο που η πρώτη θρεφόταν με την αποτελεσματικότητα των αξιοπερίερφων νεκρομαντικών απολαύσεων της φαντασίας, τα προνόμια της δεύτερης περιορίζονταν στο καθημερινό ψωμί, τις ώρες εργασίες και μια στέγη κατοικίας". Σ' αυτούς τους δύο κόσμους, λοιπόν, θα κινείται η Λούσι και όλο το βιβλίο είναι μια διαρκής καταγραφή σκέψεων, στοχασμών, παρατηρήσεων των απόψεων και των πράξεων των άλλων χαρακτήρων με τους οποίους έρχεται σε επαφή, μια διαρκής εξέταση του εαυτού της, των εσώτερων διεργασιών της ψυχής της αλλά και των ψυχών των ανδρών και γυναικών που συναναστρέφονταν. 
Η βασική πλοκή των σχέσεων της Λούσι είναι αυτή με τον Πωλ Εμμανουέλ, έναν συνάδελφο της καθηγητή στη σχολή της Κυρίας Μπεκ. Εδώ συγκρούονται δύο κόσμοι, δύο παραδόσεις. Ο Πωλ Εμμανουέλ είναι πιστός  Ρωμαιοκαθολικός ο οποίος επιθυμεί να μεταστρέψει στο παπικό δόγμα την αγγλικανή και πιστή στην πάτρια εκκλησία Λούσι. Θα αποτύχει όμως καθώς "Ο Θεός δεν είναι με το μέρος της Ρώμης" όπως λέει η Λούσι. Αλλά η δεύτερη ερωτική ιστορία της Λούσι είναι με τον δόκτωρα Τζον, κι αυτή θα αποτύχει καθώς αυτός έχει μάτια μόνο για τη φανταχτερή Τζινέρβα Φάνσοου. Η Λούσι ζώντας λοιπόν σε ένα ξένο περιβάλλον και έχοντας ν' αντιμετωπίσει την δική της συγκρατημένη αντίληψη και διεκδίκηση της πραγματικότητας και τα εμπόδια που θέτουν πολιτισμικοί, οικονομικοί και θρησκευτικοί παράγοντες.
Σαρλότ Μπροντέ
Το μυθιστόρημα εκπέμπει μια γλυκόπικρη καλοσύνη. Ακόμη και εκεί που όλα πάνε στραβά για τη Λούσι, έχει έναν τρόπο να αντιμετωπίζει τα πράγματα που διακρίνεται από κατανόηση, καλοσύνη και συγκατάβαση. Η Σάλλυ Μινόγκ που γράφει την Εισαγωγή στις εκδόσεις Wordsworth επισημαίνει πως είναι η Βιλέτ εκείνο το βιβλίο που προτίμησε να διαβάσει για να καταπραϋνει το πνεύμα και το σώμα της έπειτα από μια δυνατή καταιγίδα, έναν τυφώνα που έζησε το 1987, διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου υπό το φως των κεριών. Είναι ένα βιβλίο που δεν συγκινεί με την δράση ή την περιπετειώδη εξέλιξη, δεν εντυπωσιάζει τον εθισμένο στην εναλλαγή των εικόνων αναγνώστη του σήμερα, αλλά προσφέρει απλόχερα λεπτεπίλεπτες ψυχολογικές παρατηρήσεις της Σαρλότ Μπροντέ δια στόματος Λούσι Σνόου καθώς και μια αρκετά ενδιαφέρουσα θεολογική αντιπαράθεση που όμως δεν καταλήγει σε κραυγές θρησκευτικού φανατισμού- η καρδιά της Λούσι μπορούσε να διακρίνει την αλήθεια στον Πωλ Εμμανουέλ: "Όλη η Ρώμη δεν μπορούσε να τον φανατίσει, ούτε κι αυτή η Προπαγάνδα της πίστεως να τον μεταστρέψει σε έναν πραγματικό Ιησουίτη. Ήταν εκ φύσεως τίμιος, όχι κάλπικος". Ένα βιβλίο, αληθινή αργή απόλαυση.

Η καύση των νεκρών

Το ότι θα υπήρχαν άνθρωποι που μετά τα κρεματόρια των ναζί θα υποστήριζαν, και μάλιστα για τον εαυτό τους, την μεταθανάτιο καύση της σορού τους, αντί της εκκλησιαστικής ταφής, αυτό δεν φαντάζει μακάβριο, παρά μονάχα δαιμονικό. Είναι θα λέγαμε μια ακόμα επιβεβαίωση εκ μέρους αυτού του προσώπου της απεμπόλησης της εκκλησιαστικής φροντίδας ακόμα και γι' αυτή την άψυχη σορό, αλλά δείχνει και μια συνέπεια λόγων και έργων: αυτός που έμεινε μακριά της παρουσίας της χάριτος στη ζωή του δεν είναι δυνατό να αποδεχτεί την παρουσία της χάριτος στην μετά θάνατο ζωή που για τον καθέναν αρχίζει με το χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Ανεξάρτητα όμως τι πράττει ή τι επιδιώκει ο άνθρωπος μέσα στο σκοτασμό του νοός του, ευτυχώς δεν δεσμεύει τον Τριαδικό Θεό της Εκκλησίας καθώς είναι δεδομένη η φροντίδα του ίδιου αυτού Θεού ακόμα και για αυτόν που δεν κοινώνησε μαζί του- η φροντίδα αυτή θα κορυφωθεί στην εκ των νεκρών ανάσταση, είτε πίστευε κανείς είτε όχι, είτε κηδεύτηκε και ετάφη εκκλησιαστικά είτε όχι, είτε αποτεφρώθηκε είτε όχι. 
Το ζήτημα είναι άλλο. Η Εκκλησία ως θεανθρώπινος οργανισμός που διατηρείται ζωντανή και ενεργή όχι χάρη στην αναξιότητα των μελών της αλλά χάρη στην Κεφαλή της, έχει αποστολή να μιλά τη γλώσσα της αλήθειας όπως αυτή παραδόθηκε από τον Κύριο και τους Αποστόλους. Η τελευταία ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας για το ζήτημα της καύσης των νεκρών είναι και θεολογικά τεκμηριωμένη και απόλυτα ισορροπημένη, αναφερόμενη στο επίμαχο ζήτημα της επιλογής τύπου κηδείας που προωθείται σε σχέδιο νόμου. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί δια νόμου να υποχρεωθούν οι λειτουργοί της Εκκλησίας να τελέσουν εκκλησιαστική εξόδιο ακολουθία για κάποιον που εθελούσια έχει επιλέξει ως μέθοδο ταφής την αποτέφρωση. Δεν μπορεί να αναιρέσει την διδασκαλία της επειδή υποχρεώνεται με νόμο της Βουλής. Ορισμένοι διαπρύσιοι κήρυκες της κοσμικής ηθικής, δηλαδή του μηδενισμού, ξιφούλκισαν και γράφουν πως επειδή οι κληρικοί μισθοδοτούνται από το κράτος, άρα είναι δημόσιοι υπάλληλοι, θα πρέπει να εφαρμόζουν τους νόμους τους κράτους αλλιώς να πάψουν να μισθοδοτούνται απ' αυτό! Σ' αυτή την άποψη θα απαντούσε κανείς πως αν αυτό το κράτος υπάρχει ακόμα είναι χάρη στις προσευχές της Εκκλησίας και όχι λόγω της πολιτικής των οργάνων του και των εκλεγμένων εκπροσώπων του. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό από την πλευρά του εκκλησιαστικού σώματος να προτείνει τον χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος προκειμένου να αποδεσμευτεί η εκκλησία από τον κρατικό της χαρακτήρα και ν' αρχίσει προσπάθεια δίχως φραγμό ή εμπόδια επανευαγγελισμού του λαού ο οποίος δυστυχώς σε πολλά θέματα παραμένει ακατάρτιστος και γεμάτος από πεπλανημένες θεωρήσεις, αλλά τότε το κράτος θα έχανε και το τελευταίο υπόλειμμα μεταφυσικής του υπόστασης και θα οδηγούνταν στον αφανισμό.
Σε κάθε περίπτωση η καύση των νεκρών για όποιον την επιθυμεί, ως μεταθανάτια επικυρώσει της αντίθεης ζωής του, πρέπει να υπάρχει. Η ελευθερία του ανθρώπου να επιλέγει τον τρόπο χαμού του και καταστροφής του σώματός του, αφού έχει υπάρξει ήδη η καταστροφή της ψυχής του κατά το χρόνο που ζούσε, πρέπει να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία και το Κράτος, δίχως όμως αυτό το αβέβαιο "ναι μεν αλλά". Η Εκκλησία δεν υποχρεώνεται να συμμορφώνεται με οποιαδήποτε κρατική απόφαση αντιβαίνει τη διδασκαλία της καθώς υπάρχει η προτροπή "πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις" (Πραξ. 5,29), και γι' αυτήν την προτροπή εκατομμύρια μάρτυρες προτίμησαν τη θυσία και όχι τη συμμόρφωση. Ευτυχώς η αγάπη του Θεού είναι μεγαλύτερη από την ακρισία των ανθρώπων.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόϋμαν: Μίλενα από την Πράγα

Εκδόσεις Κίχλη 2015 (Μετάφραση: Τούλα Σιετή)
Η στρατοπεδική λογοτεχνία έχει δώσει μνημεία λόγου και αλήθειας στην ανθρωπότητα που αποκάλυψαν την φρίκη των δύο ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνα,  του ναζισμού και του σταλινισμού: Σολζενίτσιν, Σαλάμοφ, Λέβι, αλλά και άλλοι ελάσσονες συγγραφείς που κατέθεσαν μαρτυρία αλήθειας για τα δεινά του ανθρώπου από τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες. 
Η Μ.Μ. Νόϋμαν ίσως δεν ανήκει, λογοτεχνικά μιλώντας, στη χορεία των μεγάλων συγγραφέων, αλλά το έργο της δεν υστερεί σε πάθος ή αντικειμενικότητα, έχει όμως μια ιδιαιτερότητα: δίχως την παρουσία της Μίλενα Γιέσενσκα ίσως να μην γραφόταν, διότι είναι η μορφή της Μίλενα αυτή που συνέχει τη γραφή της Νόϋμαν, η προσωπικότητα της, η ζωή της, τα έργα και οι ιδέες της.  Η Νόϋμαν περιγράφει δίχως λογοτεχνικές φιοριτούρες την ζωή της Μίλενα όπως τη γνώρισε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης για γυναίκες στο Ράβενσμπρουκ, από τον Οκτώβριο του 1940 ως τον θάνατο της Μίλενα το 1944.  Η καταγραφή της ζωής της Μίλενα θυμίζει  συναξάρι αγίου. Δεν είναι υπερβολική η διαπίστωση αυτή καθώς η Τσέχα φυλακισμένη εκφράζει στο έπακρο της δυνατότητες του ανθρώπου για το αγαθό, και μ' αυτή την έννοια έχει υπερβεί τα όρια που έθεταν οι περιορισμοί του περιβάλλοντός της. Η ατίθαση προσωπικότητα της φαινόταν από πολύ νωρίς, από την παιδική και εφηβική ηλικία της στην Πράγα όπου μεγάλωσε υπό τη δεσποτική μορφή ενός αυστηρού πατέρα. Στη συνέχεια ακολουθεί ένας δυστυχισμένος γάμος, αλλά γι' αυτό που θα θυμούνται άπαντες τη Μίλενα ως την αιωνιότητα είναι η σχέση της με τον Φραντς Κάφκα που αποτυπώθηκε σε δεκάδες επιστολές που αντάλλαξαν στη δεκαετία του 1920. Μόνο γι' αυτό θα άξιζε να μνημονεύεται το όνομά της εις τους αιώνες, ακόμα και αν δεν υπήρχε η καταγραφή της Νόϋμαν για τα έργα της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η νεκρολογία της Μίλενα για τον Κάφκα ξεχειλίζει από τρυφερότητα: "Ήταν συνεσταλμένος, φοβισμένος, ήπιος και καλός, αλλά τα βιβλία του ήταν σκληρά και οδυνηρά. Έβλεπε τον κόσμο γεμάτο αόρατους δαίμονες που αντιμάχονταν και αφάνιζαν τον ανυπεράσπιστο άνθρωπο. Ήταν διορατικός και τόσο σοφός, που δεν μπορούσε να ζήσει, και τόσο αδύναμος, που δεν μπορούσε να παλέψει".
Αν ο Κάφκα σημάδεψε τη ζωή της Μίλενα, η Μίλενα σημάδεψε τη ζωή της Γερμανίδας Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόϋμαν η οποία βρέθηκε κι αυτή φυλακισμένη στο ίδιο κάτεργο μαζί της. Διαβάζοντας την περιγραφή κάποιων γεγονότων στο στρατόπεδο φαίνεται, κι αυτό αποδεικνύεται και από άλλες αντίστοιχες περιγραφές (οι "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων" του Ντοστογιέφσκι είναι χαρακτηριστικές) πως γίνεται να συνυπάρχουν το καλό και το κακό και το πρώτο να ακτινοβολεί τόσο ώστε η αλήθεια του να μην μπορεί να κρυφτεί ποτέ και να φανερώνεται ως παράδειγμα στον κόσμο, ακόμα και στις συνθήκες της απόλυτης πνευματικής και ψυχικής κατάπτωσης που σημαίνει η ζωή σ' ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Νόϋμαν αναδεικνύει την ψυχική ανωτερότητα της Μίλενα, τον τρόπο που συμπαραστεκόταν στις άλλες κρατούμενες, στην απόλυτη καθαρότητα της συνείδησης της η οποία διέσωσε την ανθρώπινη υπόσταση. Η Νόϋμαν προβαίνει σε μια σωστή παρατήρηση, εμπειρικά διαπιστωμένη: "Χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε δικατορίας κι ένα από τα φοβερότερα εγκλήματα που διαπράττει είναι πως μεταμορφώνει άκακους, κοινούς ανθρώπους σε όργανά της κι έπειτα τους διαφθείρει συστηματικά". Απ' αυτή την μεταμόρφωση όμως διέφυγε η Μίλενα, κι αυτό μας κάνει να ελπίζουμε πως δεν έχει καθολική ισχύ η διαβολική εξουσία αλλά μονάχα εκεί και όσο της επιτρέπεται να δρα. Η Μίλενα διέφυγε από τη διαβολική μεθόδευση διότι "ήταν φανατική σ' όλους τους τομείς της ζωής, τον έρωτα, τη φιλία, τη φροντίδα των άλλων, τη δικαιοσύνη". Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την προσωπικότητα ενός αγίου. 
Βέβαια ο Κάφκα το είχε προβλέψει αυτό: "Πόσο βαθιά φτάνει η σοβαρότητα και η δύναμή σου! (Γράμμα από την Πράγα, Σεπτέμβριος 1920). Μπορούσε να την κατανοήσει γιατί είχαν κοινότητα πνεύματος και ψυχής.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου: 1915 Εθνικός Διχασμός

(εκδ. Πατάκη, 2015)
Η ιστορική περίοδος του Εθνικού Διχασμού το 1915, είναι η ειδικότητα και το πάθος του σπουδαίου ιστορικού Γ.Θ. Μαυρογορδάτου, οι παραδόσεις του οποίου στο ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις μου- από τις πλέον ευγενικές μορφές και με τη σεμνότητα, αλλά και άρτια επιστημονική κατάρτιση που πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν πνευματικό άνθρωπο.
Ο Μαυρογορδάτος που έχει μελετήσει τη συγκεκριμένη περίοδο όσο λίγοι προσφέρει μια αρκετά εκτεταμένη και εμβριθή καταγραφή των γεγονότων που συγκλόνισαν το ελληνικό κράτος έναν αιώνα πριν και ο απόηχος των οποίων συνεχιζόταν ως το 1935, για να συνεχιστεί ο Διχασμός με άλλο πρόσημο στη συνέχεια και άλλους πρωταγωνιστές την δεκαετία του 1940. Αν το καλοσκεφθεί κανείς, η ελληνική ιστορία από το 1821 και εξής είναι η ιστορία εθνικών διχασμών ή εμφυλίων πολέμων. Ακόμα και όταν δεν βαρούν τα όπλα, ο διχασμός σε θεμελιώδη ζητήματα είναι υπαρκτός και μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, ακόμα και μορφές καρικατούρας όπως ήταν το δημοψήφισμα του 2015 που θα μπορούσε να  εκληφθεί ως επανάληψη της ιστορίας, έναν αιώνα πριν, αφού το υπέρτατο διακύβευμα ήταν ο στρατηγικός διεθνής προσανατολισμός της χώρας. Ευτυχώς, όμως, που αυτό κατέληξε να είναι μια φάρσα.
Γ.Θ.Μαυρογορδάτος
Το πρώτο μέρος του βιβλίου ασχολείται με την ιστορική καταγραφή των γεγονότων όπως συνέβησαν. Αφετηρία, το κίνημα του 1909 στο Γουδί, η πρώτη προσπάθεια αστικού εκσυγχρονισμού η οποία καταλήγει στην άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία. Η αφήγηση του Μαυρογορδάτου είναι γλαφυρή, διηγείται τα γεγονότα σαν να γράφει μυθιστόρημα. Περιγράφει τη σύγκρουση Κωνσταντίνου και Βενιζέλου, τα γεγονότα που οδήγησαν στη συγκρότηση της προσωρινής κυβέρνησης, τις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις έως τις μοιραίες εκλογές του 1920, τη μικρασιατική καταστροφή και τη δίκη και εκτέλεση των έξι υπαιτίων. Η άποψη του Μαυρογορδάτου είναι πως μόνο ο Βενιζέλος είχε ένα συνεκτικό σχέδιο για την Ελλάδα, σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο και, κυρίως, τους πολιτικούς αντιπάλους του οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από την αντίθεση τους και μόνο σε ότι έκανε ο Βενιζέλος. Σημαντική η διαπίστωση που κάνει πως ο Βενιζέλος χαρακτηριζόταν "από έναν ευρωπαϊκό πατριωτισμό"- όσο και αν οι εποχές είναι διαφορετικές, δεν μπορεί κανείς να μην δει παρόμοιες αναφορές στην διχαστική πολιτική που συνέχει ευρύτερες ομάδες και στρώματα του πληθυσμού ακόμα και σήμερα. Οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις εκείνης της εποχής, δηλαδή οι αντιβενιζελικοί, είναι σύμφωνα με το Μαυρογορδάτο, υπεύθυνες για την έκρηξη του εθνικού διχασμού: "Όχι η παραίτηση του Βενιζέλου, αλλά η πρωθυπουργοποίηση του Γούναρη ήταν εκείνο που κατέστησε οριστική και αμετάκλητη την ιστορική σύγκρουση που εύλογα ονομάστηκε "Εθνικός Διχασμός" (σ. 53).
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από προσπάθειες ερμηνείας των γεγονότων βάσει της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας. Σημαντική είναι η εξήγηση του διχασμού, μεταξύ των άλλων, ως σύγκρουση δύο χαρισματικών προσωπικοτήτων, του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου, αν και τα κίνητρα του δεύτερου μπορούν να ανιχνευτούν στη σύνδεση της οικογένειάς του με το γερμανικό μιλιταρισμό και όχι στην ανταπόκριση του στον ρόλο που οι οπαδοί του πίστευαν πως διαδραμάτιζε, αυτόν του συνεχιστή της δυναστείας των Παλαιολόγων. Εξαιρετικές είναι επίσης οι αναλύσεις του Μαυρογορδάτου όσον αφορά την κοινωνική και ταξική διάσταση του διχασμού, αναφέροντας με συγκεκριμένα στοιχεία και ανάλυση των πηγών ποιές συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και τάξεις, αλλά και ποιές εθνικές ομάδες υποστήριζαν την πολιτική Βενιζέλου και των Αντιβενιζελικών. Οι διακριτές αυτές συμμαχίες καθόρισαν και την πολιτική του κράτους τόσο όσον αφορά το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης και των διεθνών συμμαχιών όσο και της εσωτερικής πολιτικής- το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως ο Βενιζέλος και ο βενιζελισμός παρά τα λάθη ή τις θεσμικές τους αστοχίες είχαν όραμα μεγέθυνσης του έθνους και όραμα αστικού εκσυγχρονισμού των δομών του, ενώ οι αντιβενιζελικοί έμειναν πιστοί στο πρόταγμα της μικρής και φοβικής Ελλάδας, και η ίδια αυτή διάσταση, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, χαρακτηρίζει και τη σύγχρονη πραγματικότητα.  Ο Μαυρογορδάτος είναι δίκαιος: "στην περίπτωση του Εθνικού Διχασμού, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι δικαιώθηκε ιστορικά ο Βενιζέλος, και κατ' επέκταση ο Βενιζελισμός". Μεταξύ των πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης, αναδείχθηκε αληθινός ο κατ' εξοχήν οραματιστής και χαρισματικός.
Η εργασία του Γ. Μαυρογορδάτου μας κάνει να σκεφθούμε, αυτό νομίζω βγαίνει αβίαστα από τα συμπεράσματα του βιβλίου, για το είδος των συμμαχιών εκείνων που μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα χρειάζεται να συνάψει προκειμένου να βρεθεί με το μέρος της ιστορίας και όχι της μυθολογίας. Ο συγγραφέας προβαίνει στην εισαγωγή σε μια καίρια διαπίστωση: "Μπορούν ακόμη να προβληματιστούν οι σημερινοί αναγνώστες για την αναγκαιότητα συμμάχων και συμμαχιών. Ειδικότερα, για τα ολέθρια αποτελέσματα που έχει η παραγνώριση αυτής της αναγκαιότητας, όπως αποτυπώθηκε τότε στη συνθηματολογία για την μικράν αλλ' έντιμον Ελλάδα και για την αυτοτέλειά της". Με αφορμή αυτή τη σκέψη, δεν μπορώ παρά να σκεφθώ  πως ευτυχώς οι χοροί και τα πανηγύρια στο Σύνταγμα το βράδυ του δημοψηφίσματος του 2015 κράτησαν ελάχιστα.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Γιατί ο δημόσιος υπάλληλος θα έπρεπε να στηρίξει Μητσοτάκη

Ένας δημόσιος υπάλληλος έχει κάθε λόγο να φοβάται την εκλογή Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ. Το απέδειξε αυτό στη σύντομη θητεία του, καθώς ήταν ο μόνος που τόλμησε να προβεί σε μαζικές διαθεσιμότητες και να κάνει ακόμη και απολύσεις.
Και όμως, ο δημόσιος υπάλληλος ψηφοφόρος της ΝΔ (αν έχει απομείνει κανείς) έχει κάθε λόγο να στηρίξει Μητσοτάκη σ' αυτήν την εσωκομματική εκλογή. Και τούτο μπορεί να εξηγηθεί με λίγα λόγια.
1. Αν είσαι δημόσιος υπάλληλος και ψηφίζεις ΝΔ σημαίνει ότι έχεις ακόμη κάτι μέσα σου που ονομάζεται "αξιολόγηση". Δεν εννοώ αυτή που εφάρμοσε ο Μητσοτάκης στην θητεία του στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης όπου ήταν μια οριζόντια προσπάθεια κατανομής βαθμών, αλλά ήταν η πρώτη προσπάθεια που έγινε για να τελειώσει η κοροϊδία των προηγούμενων δεκαετιών όπου όλοι αξιολογούνταν με "άριστα", χάνοντας έτσι αυτή η λέξη, προτού την πετσοκόψει ο Μπαλτάς, κάθε έννοια. Αντίθετα, με Μεϊμαράκη αρχηγό θα έχεις μια από τα ίδια, έναν γαλάζιο Τσίπρα, με φερετζέ το μουστάκι.
2. Αν είσαι δημόσιος υπάλληλος και ψηφίζεις ΝΔ σημαίνει πως πιστεύεις στις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πως μόνο ο ιδιωτικός τομέας, υπό προϋποθέσεις τις οποίες δημιουργεί το κράτος, μπορεί να δημιουργήσει πλούτο, άρα να έχεις ελπίδα πως στο μέλλον το εισόδημα σου θα αυξηθεί. Σήμερα, ο Τσίπρας σου χαϊδεύει τα αυτιά με κάποιες ασήμαντες αυξήσεις, όμως με τη συνέχιση αυτής της πολιτικής (και αν αντικαταστήσεις τον καραμανλικό Τσίπρα με τον καραμανλικό Μεϊμαράκη), δεν θα έχεις στον ήλιο μοίρα, άσε δε που στο τέλος εσύ θα την πληρώσεις είτε το θες είτε όχι. Ακόμα και ηθικά αν δεις το πράγμα, πάλι στην ίδια επιλογή πρέπει να καταλήξεις: θέλεις να ευημερείς μόνο εσύ και η τάξη σου όταν η υπόλοιπη κοινωνία έχει πρόβλημα;
3. Αν είσαι δημόσιος υπάλληλος, ανεξάρτητα του τι ψηφίζεις, έχεις το εξής πρόβλημα: έχεις την πιο ανιαρή και άχαρη δουλειά στον κόσμο (με την εξαίρεση, ίσως, κάποιων εκπαιδευτικών που θυσιάζονται στην τάξη) την οποία δεν πρέπει να φοβάσαι μην την χάσεις αν εκλεγεί ο Μητσοτάκης και αύριο σε απολύσει, δίκαια ή άδικα. Να ελπίζεις να στρώσει τον ιδιωτικό τομέα, να μειώσει τους φόρους (από τους οποίους ωφελημένος είσαι μόνο εσύ) και να μπορέσει ο οποιοσδήποτε είτε να βρει δουλειά στον ιδιωτικό τομέα είτε να δημιουργήσει την δική του επιχείρηση. Αυτό βέβαια είναι αρκετά τολμηρό, αλλά προτιμάς σε σέρνεσαι ως τον θάνατο σου ή να δοκιμάσεις να ξεκινήσεις κάτι καινούργιο;
Αυτοί οι τρεις λόγοι είναι αρκετοί να σε πείσουν πως η καλύτερη επιλογή σου δημόσιε υπάλληλε ψηφοφόρε της ΝΔ θα ήταν να υποστηρίξεις Μητσοτάκη.

Δεν θα το κάνεις όμως. Θα πρυτανεύσει, και σε σένα, η αρχή της αυτοσυντήρησης. Θα αποδείξεις την κλασική θεωρία του Hobbes και τη χρεωκοπία κάθε αντίθετης θεωρίας που παραγνωρίζει την αρχή της αυτοσυντήρησης. 

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Ρενέ Ζιράρ: Κριτικές από το υπόγειο

Ρενέ Ζιράρ: Κριτικές από το Υπόγειο (εκδ. Εστία 2003)
Αξίζουν συγχαρητήρια στον Νίκο Ζαρταμόπουλο για την την τόλμη του να μεταφράσει ένα δύσκολο, κατά τη γνώμη μου, βιβλίο του Ζιράρ και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, η μετάφραση και γλαφυρή είναι και ευκολοδιάβαστη, όσο και αν είναι ιδιαίτερα περιεκτικές οι ιδέες που αναπτύσσει εδώ ο Ζιράρ, μια τελείως προσωπική και γι' αυτό πρωτότυπη ερμηνεία ζητημάτων στο Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ, στον Ουγκώ και στους Ντελέζ, Γκουαταρί. Το τελευταίο κείμενο με δυσκόλεψε αφάνταστα αφού δεν είχα γνώση του βασικού κειμένου "Αντι-Οιδίποδας" των δύο Γάλλων στοχαστών και έτσι βρέθηκα να διαβάζω μια συντριπτική κριτική για ένα βιβλίο που δεν ήξερα αλλά προϋπέθετε τη γνώση του για να απολαύσει κανείς την κατεδαφιστική κριτική του Ζιράρ στο έργο των συμπατριωτών του. Στο δοκίμιο αυτό με τίτλο "Το Σύστημα του Παραληρήματος" ο Ζιράρ θέτει τις συντεταγμένες του: 
"Τα μεγάλα έργα που αξίζει να εξεταστούν ξεκινούν από το αρχαίο θέατρο και τον Πλάτωνα, και φθάνουν ως τον Ντοστογιέφσκι και τον Προυστ, περνώντας από τον Θερβάντες και τον Σαίξπηρ. Είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να εξαγάγουμε από αυτά τα έργα μια συνολική θεωρία περί επιθυμίας".
Οι αρχές που αναπτύσσει ο Ζιράρ είναι γνωστές και από άλλα έργα του, αλλά τα κείμενα που εξετάζει εδώ του δίνουν αφορμή να στοχαστεί πάνω σ' αυτές με κριτικό τρόπο, ενίοτε πολεμικό (ειδικά με τους Ντελέζ, Γκουαταρί). Μίμηση, αντιζηλία, σύγκρουση επιθυμιών, άρα βία και στη συνέχεια δυνάμωμα της μίμησης. Ανθρωπολογικές παρατηρήσεις που έχουν την αξίωση καθολικής ισχύος: "Όντας τέκνο της μίμησης, η βία ασκεί και η ίδια μια άνευ προηγουμένου μιμητική γοητεία. Η βία στο σύνολό της διαμορφώνεται με πρότυπο μια πρωταρχική βία και χρησιμεύει κι αυτή ως πρότυπο". (σ. 312)  Στα ελάσσονα και τα μείζονα κείμενα του Ντοστογιέφσκι ο Ζιράρ αναζητά και βρίσκει πηγές έμπνευσης, αναδεικνύοντας τους "Αδελφούς Καραμαζόβ" ως το μυθιστόρημα εκείνο "που επιστρέφει στα πάντα, συνοψίζει τα πάντα, ολοκληρώνει τα πάντα, γιατί μόνο αυτό ενσαρκώνει την πληρότητα αυτής της ανάστασης". Ο τρόπος που ο Ζιράρ διαβάζει τον Ντοστογιέφσκι είναι ο μοναδικός τρόπος που υπάρχει: τον εντάσσει στο πλαίσιο της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης η οποία του δίνει τα κλειδιά για να τον κατανοήσει: "Τα ίδια τα κείμενα μας υποχρεώνουν να συμπεράνουμε ότι η ιστορία της δημιουργίας τους είναι αξεχώριστη απ' ότι τα ίδια εννοούν ως χριστιανική πίστη. Στην προκατάληψη πέφτουμε όταν αποκόπτουμε τον Ντοστογιέφσκι από τη χριστιανική του πίστη, γιατί έτσι στερούμαστε αυθαίρετα από κάποια απαραίτητα στοιχεία της διάνοιας του έργου του". (σ. 31). Αυτός είναι ο τρόπος και της δικής μου κατανόησης του Ρώσου συγγραφέα, ο οποίος δεν μπορεί να διαβαστεί και να κατανοηθεί δίχως να έχεις ταυτόχρονα ανοίξει την Καινή Διαθήκη και τις διηγήσεις για τα κατορθώματα των Ρώσων Γερόντων (Στάρετς). 

Αυτό που επίσης συγκρατώ από τις αναλύσεις του Ζιράρ είναι η απομυθοποίηση της ομοφυλοφιλίας ως φυσικής κατάστασης, ένα θέμα επίκαιρο για τη συζήτηση περί συμφώνου συμβίωσης σήμερα, ή αργότερα "γάμου" και υιοθεσίας.  Ο Ζιράρ χρησιμοποιεί το εξηγητικό του σχήμα περί μίμησης για να μιλήσει για το φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας: "Θα πρέπει ωστόσο να αποφεύγουμε να την επικαλούμαστε, λες και είναι μια ανεξάρτητη ουσία, κι ούτε θα πρέπει να βλέπουμε σ' αυτήν, όπως κάνει ο Φρόυντ, μια βιολογική συνιστώσα. Κι αυτό όχι γιατί είναι απίθανο να υπάρχει μια τέτοια συνιστώσα, αλλά γιατί το φαινόμενο που έχουμε μπροστά μας είναι πολύ πιο ενδιαφέρον; πρόκειται για την ενσωμάτωση της ομοφυλοφιλίας στη μιμητική δυναμική, δηλαδή την πιθανή προέλευση της από αυτή τη συναρπαστική αντιζηλία" (να σκεφθούμε εδώ την προβολή της μίμησης στις μέρες μας, ειδικά μέσω των σύγχρονων θεαμάτων και πόσο αυτά επιδρούν στην αύξηση της τάσης αυτής, πέρα από τυχόν βιολογικές ερμηνείες). Στο σημείο αυτό αντιπαραθέτει τον Φρόυντ με τον Ντοστογιέφσκι, δείχνοντας σαφώς προτίμηση στις αναλυτικές ικανότητες του δεύτερου.

Τα δοκίμια αυτά πρέπει να διαβαστούν συμπληρωματικά ως προς τα μεγάλα και σημαντικά έργα του Ρενέ Ζιράρ, δείγμα ωστόσο της ικανότητας του να διαβάζει τα έργα των μεγάλων λογοτεχνών υπό το πρίσμα της δικής του μεθόδου και να αποκαλύπτει όψεις και σκιές που δεν πίστευες πως υπάρχουν. Η αναντικατάστατη επανάληψη της μελέτης του Ντοστογιέφσκι, πάντως, προσλαμβάνει επείγοντα υπαρξιακό χαρακτήρα.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Sherlock: The Abominable Bride

Τι ευχάριστη έκπληξη για δώρο Πρωτοχρονιάς! Μόλις απολαύσαμε το 10ο επεισόδιο της καταπληκτικής σειράς αλλά θα περιμένουμε αρκετά ακόμη για καινούργια δώρα καθώς, όπως διαβάζουμε στα ενημερωτικά δελτία, η 4η σειρά θα ξεκινήσει να γυρίζεται τον Απρίλιο 2016 για να προβληθεί του χρόνου. Μετά την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Βιέννης, ένα καινούργιο επεισόδιο Sherlock στο οποίο παιχνίδια μυαλού του Σέρλοκ και του διαβολικού Μοριάρτι εναλλάσσονται και μας μεταφέρουν (επιτέλους!) στο Λονδίνο του 19ου αιώνα.

Δεν χρειάστηκε άλλη συντροφιά, παρά τα Άπαντα του Sir Arthur Conan Doyle, αγορασμένα ήδη αρχές δεκαετίας 80, η καταπληκτική έκδοση Treasury of World Masterpieces The Celebrated Cases of Sherlock Holmes-Octobus Books Limited!

James Ellroy: Τα σκοτάδια μου

Βιογραφικό και αυτοβιογραφικό συγχρόνως το χρονικό που καταγράφει ο James Ellroy, βιογραφικό όσον αφορά το νήμα των γεγονότων που οδηγούν στη δολοφονία της μητέρας του το 1958, και αυτοβιογραφικό όσον αφορά τα γεγονότα της δικής του ζωής, την αναμέτρησή του με τα ποικιλώνυμα σκοτάδια του (his dark places) τα οποία, ωστόσο, είναι αξεδιάλυτα από την παρουσία της μητέρας του στη ζωή του.
Το γεγονός που σημάδεψε τον 10χρόνο Ellroy ήταν η βάναυση δολοφονία της μητέρας του το καλοκαίρι του 1958, ένα άθλιο σαββατόβραδο στο προάστιο Ελ Μόντι του Λος Άντζελες. Το βιβλίο είναι η προσπάθεια του Ellroy να θυμηθεί, να καταγράψει, να ακολουθήσει τη ζωή της μητέρας του ως τον θάνατό της και την συνακόλουθη αστυνομική έρευνα. Η διήγηση είναι πολύ σκληρή, όπως αρμόζει στη φήμη του Ellroy, στη φήμη του Λ.Α ως μιας σκληρής πόλης, στη φήμη των δολοφονημένων γυναικών από άνδρες μηδενικά. Είναι το χρονικό του μηδενός. Σεξ, βία, αλκοόλ, ναρκωτικά: ο τρόπος ζωής που σημάδεψε το Λ.Α. στις δεκαετίας του 50 και του 60. Ένα μακάβριο γαϊτανάκι θανάτου, μια εμμονή και ένα διαρκές φλερτ με το μηδέν, την απόγνωση και την άδεια ζωή. Ο Ellroy είναι θρασύτατα ειλικρινής. Πέρα από τις ωμές περιγραφές, ανατομία της ψυχοσύνθεσης της μητέρας του, ενδοσκοπεί και τον εαυτό του, καταγράφει με ασύγκριτη ωμότητα την προσωπική του αναμέτρηση με την χαμέρπεια του μηδενός που τον συνέθλιβε. Εικόνες και περιγραφές ασύλληπτης σκληρότητας, ένας τρόπος ζωής στα όρια της μη ζωής από τον οποίο έβγαιναν ζωντανοί μονάχα οι θαραλλέοι ή απλώς οι πιο τυχεροί- ο Ellroy υπήρξε και τα δύο. Σε κάποια αποσπάσματα διαβάζουμε με ευχαρίστηση πως σύχναζε σε δημόσιες βιβλιοθήκες ή καταβρόχθιζε κατά μόνας, όταν δεν αυνανιζόταν, αστυνομικά μυθιστορήματα, μια ρωγμή προς την αληθινή του κλίση ως συγγραφέας. Κάποιες στιγμές κουλτούρας φώτιζαν την άχαρη ζωή του, ήταν τυχερός: "Η κλασική μουσική έκανε το μυαλό μου να δουλεύει. Χανόμουν με Μπετόβεν και Μπραμς. Οι συμφωνίες και τα κονσέρτα με έπιαναν σαν να ήταν σύνθετα μυθιστορήματα.....έκλεβα τη λαϊκή κουλτούρα και επίπλωνα τον εσωτερικό μου κόσμο με άχρηστα αντικείμενα". Ο Ellroy έζησε το έγκλημα σε όλες του τις διαστάσεις, ως πραγματικό και προσωπικό γεγονός και αποφάσισε να το αναγάγει σε είδος τέχνης. "Το έγκλημα ήταν μπανάλ και δυιλισμένο όσο και η φαντασία ενός νεαρού". Η κοινοτυπία του εγκλήματος στο Λ.Α. (αντίστοιχη κοινοτυπία περιγράφει και ο Μπολάνιο στο "2666") έχει να κάνει με την δίχως νόημα δολοφονία γυναικών από μηδενικά αρσενικά. Ο Ellroy έχει κάποια θεωρία γι' αυτό, αναζητώντας την ρίζα της στην υπερβολική έκλυση τεστοστερόνης και στην ευκολία του θανάσιμου συνδυασμού σεξ-αλκοόλ-ναρκωτικών που δέσποζαν στη λαϊκή κουλτούρα του Λ.Α.Κάπου εκεί αποδίδει και τη δολοφονία της μητέρας του ο Ellroy δίχως φυσικά να την παρουσιάζει ως άβουλο θύμα- ο τρόπος ζωής της, όπως χιλιάδων άλλων γυναικών, ήταν έρμαιο της μοιραίας συνάντησης με τον άνδρα μηδέν που θα άπλωνε χέρι πάνω της, θα την βίαζε και θα την σκότωνε. Πολλοί θάνατοι τέτοιου τύπου είχαν αίσια κατάληξη για τις διωκτικές αρχές, τα στοιχεία ήταν αρκετά για να ξεδιαλύνουν την υπόθεση. Για την υπόθεση όμως της μητέρας του Ellroy τα στοιχεία δεν έφθασαν ποτέ ως την ανακάλυψη του δολοφόνου, κάποιου τυχάρπαστου προφανώς, μια ευκαιριακή γνωριμία ή ίσως και όχι, αλλά τι σημασία έχει, όταν "ο θάνατός της διέφθειρε τη φαντασία μου και μου πρόσφερε εκμεταλλεύσιμα δώρα. Μου έμαθε την αυτάρκεια μέσα από το αρνητικό παράδειγμα της. Είχα ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης ακόμα και όταν η αυτοκαταστροφικότητα μου βρισκόταν στα ύψη.....Ξεπέρασα την κατάρα και το δώρο πήρε την τελική του μορφή στη γλώσσα".
Η γλώσσα της γραφής του Ellroy είναι δίχως φιοριτούρες σπουδή πάνω στον μινιμαλισμό και την εμμονή στα σκληρά γεγονότα. Λεηλάτησε πραγματικά, όπως γράφει, τον τάφο της μητέρας του για να αποδώσει την κοινοτυπία του εγκλήματος και τα μηδενιστικά του αίτια- προσέφερε ένα έργο τέχνης χρησιμοποιώντας την τέχνη της γραφής. Απ' αυτό και μόνο φαίνεται η παραδειγματική κάθαρση και ανάταση που προσφέρει η τέχνη σε αντίθεση με το έγκλημα που, σύμφωνα με τα δικά του φιλοσοφημένα λόγια, "είναι η ατομική τεμπελιά και η αταξία που μετατράπηκε σε επιδημία". Τα βιβλία του James Ellroy είναι τα σύγχρονα εγχειρίδια εγκληματολογίας.