Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Φερνάντο Πεσσόα: Ultimatum

Μια συλλογή δοκιμίων που κοινό τους θέμα έχουν την κριτική έως εχθρική στάση απέναντι στον φιλελευθερισμό, με ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις οι οποίες μπορούν να σε βάλουν σε σκέψεις.
Το δοκίμιο Ultimatum είναι σαφές πως γράφτηκε υπό την επίδραση του κινήματος του Φουτουρισμού, και μόνο ως πολεμική ιαχή δύναται να αξιολογηθεί. Διάχυτη είναι όμως η ιδέα μιας διαφορετικής Ευρώπης που δεν θα έχει σχέση με την αξιακά ισοπεδωμένη ήπειρο στην οποία δεσπόζουν κάθε είδους μετριότητες, πολιτικές και πνευματικές. Είναι έντονη η επίδραση του αριστοκρατικού πνεύματος του Νίτσε και η αντιδημοκρατική στάση, στην ουσία ο Πεσσόα ονειρεύεται μια κατάσταση επαναθεμελίωσης των αξιών η οποία έχει τα εξής γνωρίσματα: Ολοκληρωτική εξάλειψη της ιδέας της δημοκρατίας όπως προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση, της ιδέας του ατομικού δικαιώματος του εκφράζεσθαι, της ιδέας της απόλυτης φιλοσοφικής αλήθειας. 
Οι ιδέες αυτές του Πεσσόα στη σημερινή εποχή ακούγονται παράταιρες. Μοιάζουν εκτός ιστορικού πλαισίου. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρξει η στιγμή που κάποτε, ενδεχομένως, να επιστρέψουν στην επικαιρότητα καθώς οι τωρινές προτάσεις εξαντλήσουν τη δυναμική τους ή αρχίζουν να φανερώνουν τις αδυναμίες τους. Σε λανθάνουσα μορφή υπάρχουν όμως, αναδυόμενες σε περιόδους κρίσεως: "το κοινωνικό βασικό ένστικτο είναι ο πατριωτισμός....η βάση της κοινής γνώμης είναι η εθνική παράδοση που δεν μπορεί να έχει άλλη γνώμη δημόσια από την παραδοσιακή". Ο Πεσσόα εμφανίζεται εχθρός της δημοκρατίας σε μια περίοδο (πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα) που η δημοκρατία στην Ευρώπη υποχωρούσε κάτω από τα αδιέξοδα της προ και μετα-πολεμικής περιόδου. Ο φιλελευθερισμός είχε αποτύχει: "Ο φιλελευθερισμός θέλει να καταλήξει στην εξάλειψη των προνομίων και των κοινωνικών διαφορών μεταξύ των ανθρώπων".
Φερνάντο Πεσσόα
Αλλά και η αντιπρόταση, η δικτατορία του προλεταριάτου είναι εξίσου αντιπαθητική καθώς "αποτελεί το τελευταίο προπύργιο της άγνοιας και της ηλιθιότητας".
Επηρεασμένος από την ιστορική κατάσταση της εποχής του, σ' αυτά τα δοκίμια ο Πεσσόα αποκαλύπτει έναν, θα λέγαμε με την τρέχουσα ορολογία, αντιδραστικό. Είναι βέβαια ο Αλβάρο ντε Κάμπος, ένα ετερώνυμο, που μιλά εξ ονόματός του, Πόση αξία τελικά μπορούν να έχουν σήμερα; Κρατάμε τον προβληματισμό του για μια Ευρώπη άξια της ιστορίας και του πολιτισμού της, για μια Ευρώπη στην οποία οι σημερινές πολιτικές μετριότητες θα είχαν, αν ζούσε ο Πεσσόα, τη χλεύη που τους αξίζει. "Η Ευρώπη απαιτεί τη Μεγάλη Ιδέα από την οποία θα εμφορούνται αυτοί οι Δυνατοί Άνθρωποι"- σαν μια ποιητική εικόνα την κρατάμε στη μνήμή μας, αλλά ο φιλόσοφος-βασιλιάς αναμένει ακόμα την ιστορική φάτνη που θα τον γεννήσει.

Στολισμός χριστουγεννιάτικου δέντρου

Εκτός από τα παραδοσιακά στολίδια, και άλλα στολίδια κάτω από το δέντρο. Ένα απόσπασμα από τη συλλογή αρχαίων συγγραφέων, Πλάτων, Παρμενίδης, Πλούταρχος κλπ. 
Ο συνδυασμός δύο παραδόσεων κατά τον στολισμό, ο προαιώνιος Λόγος.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Βίτολντ Γκόμπροβιτς: Φερντυντούρκε

Μετάφραση: Τασία Χατζή
"Για να σουλουπωθώ και να εξηγηθώ όσο μπορώ, βάλθηκα να γράψω ένα βιβλίο", εξηγήθηκε καλά λοιπόν ο αφηγητής στο πρωτοποριακό και εμφανώς ασύμμετρο ως προς τη δομή του βιβλίο του Βίτολντ Γκόμπροβιτς. Αλλά αυτό δεν ήταν, δεν είναι και σήμερα, μια εύκολη υπόθεση. Ο λόγος είναι αφενός μια σειρά από κλίκες μεταξύ του λογοτεχνικό-εκδοτικού σιναφιού και αφετέρου από μια διάχυτη οσμή ημιμάθειας που διαβρώνει τα πάντα.
"Η παγκόσμια κουλτούρα έχει κυριευτεί από ένα κοπάδι γυναικούλες γατζωμένες στη λογοτεχνία, αξιοσημείωτα πληροφορημένες πάνω στις πνευματικές αξίες κι ενημερωμένων σχετικά με την αισθητική κατέχοντας συχνά έναν κάποιον αριθμό από ιδέες και θεωρίες". Ο συγγραφέας-αφηγητής σιχαίνεται αυτό το είδος των ημιδιανοουμένων που λιμνάζουν στην πνευματική ζωή και έχουν λόγο που μπορεί να επηρεάζει και να ρυθμίζει την κίνηση των ιδεών- το βιβλίο αν και δημοσιεύτηκε το 1937, σε μια Πολωνία που τα σύννεφα του πολέμου και της διάσπασης ήταν βαριά πάνω της, ο Γκόμπροβιτς καταπιάνεται με ευρύτερα θέματα που δεν έχουν σχέση με το ζήτημα εθνικής επιβίωσης που απασχολούσε τους συμπατριώτες του, αλλά με ζητήματα που φάνταζαν, την εποχή εκείνη, κάπως εξωτικά, όπως της ατομικότητας και της αυτονομίας. Πραγματικά, μια παράταιρη φωνή: "Και βέβαια, υπάρχει μια διαρκής βία στον κόσμο του πνεύματος. Δεν είμαστε αυτόνομοι, υπάρχουμε μόνο σε σχέση με τους άλλους, πρέπει να είμαστε όπως οι άλλοι μας βλέπουν, και το προσωπικό μου δράμα προερχόταν απ' το γεγονός ότι μ' ένα είδος νοσηρής ηδονής δεχόμουνα να εξαρτιέμαι από τ' αγόρια της άχαρης ηλικίας, απ' τους νέους και τις νέες και τις καλές θείες της κουλτούρας".
Βίτολντ Γκόμπροβιτς
Η καταδίκη του στείρου λογιοτατισμού και η αναζήτηση της αυτονομίας του πνεύματος χαρακτηρίζει το βιβλίο, καθώς και η ζωηρή κριτική, διανθισμένη με πικρόχολο χιούμορ, των παιδαγωγικών μεθόδων που κυριαρχούσαν την εποχή εκείνη. Είναι ένα ανάγνωσμα που ακόμα και σήμερα θα στεναχωρούσε κάποιους μεγαλόσχημους καθηγητάδες που αφήνουν αμόρφωτα τα παιδιά, στην ουσία αμόρφωτα: "Είναι βλάκες, ολότελα αβλαβείς, διδάσκουν μονάχα ο,τι είναι μέσα στο πρόγραμμα. Όντως δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν καμιά προσωπική ιδέα".
Οι επιθέσεις του συγγραφέα στο διανοουμενίστικο κατεστημένο της εποχής του δεν έχουν τελειωμό: "Οργανώνετε φιλολογικά βραδινά, κάνετε αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, αποπειράστε να παρουσιάσετε στον άλλο όπως και στον ίδιο σαν τον εαυτό μια νέα μάσκα για να καλύψετε την ανικανότητά σας". Σίγουρα ο Γκόμπροβιτς δεν είχε κατά νου, αν τον ήξερε, τα ετερώνυμα του Πεσσόα, συγγραφικές μάσκες που εξυπηρετούν έναν καλλιτεχνικό σκοπό, αλλά τις μάσκες του τίποτα, σαν κι αυτές που ευδοκιμούν στα social media ακόμα και μεταξύ των λεγόμενων πνευματικών ανθρώπων, και τέτοιες μάσκες και διαμάχες μεταξύ μασκών έχουμε δει αρκετές το τελευταίο διάστημα. Ο λόγος κοφτερός, είναι ανελέητος και επίκαιρος: "Και δεν έχετε ούτε καν για παρηγοριά τη σκέψη πως αυτό που γράψατε και κατασκευάσατε έχει αξία στα δικά σας μάτια: ολ' αυτά , το επαναλαμβάνω είναι μόνο απομίμηση, δάνειο και αντανάκλαση μονάχα της ψευδαίσθησης πως κατέχουμε κιόλας μια βαρύτητα, μιαν αξία". Τούτη η καταδίκη της ετερονομίας και της κίβδηλης πνευματικής δημιουργίας χαρακτηρίζουν συνολικά το έργο του Γκόμπροβιτς και όχι μονάχα το "Φερντυντούρκε". Μια ιδιαίτερη φωνή στην οποία ανυπομονώ να δώσω μια ακόμα ευκαιρία (κυρίως να διαβάσω τα Ημερολόγια του), διότι πέρα από την διασκεδαστική από ένα σημείο και πέρα κριτική στην παρωχημένη παιδαγωγική και την ετερονομία του πνεύματος, η χαλαρή δομή του κειμένου και οι διηγήσεις που το συναπαρτίζουν μου άφησαν μια στυφή γεύση καθώς η αφήγηση παραήταν υπερβολική, όμως ο συγγραφέας είχε δώσει το στίγμα του μοναχικού επικριτή.

Χανς Φαλλάντα: Ο Σιδηρούς Γουσταύος. Το χρονικό μιας βερολινέζικης οικογένειας.

Το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης των Penguin
Ο Φαλλάντα δημοσίευσε το βιβλίο το 1938 έχοντας υπογράψει συμβόλαιο τον προηγούμενο χρόνο προκειμένου να γράψει την ιστορίας μιας γερμανικής οικογένειας από το 1914 ως το 1933. Ωστόσο το τέλος της ιστορίας δεν φθάνει ως την σημαδιακή ημερομηνία του 1933 αλλά ως το 1928, και το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρέμβει ο Γιόζεφ Γκέμπελς και να απαιτήσει τη συνέχιση της ιστορίας ως τον εκλογικό θρίαμβο των Ναζί, και πράγματι ο συγγραφέας ο οποίος φοβόταν την ναζιστική μηχανή θανάτου υπέκυψε και ενσωμάτωσε  στο αρχικό του κείμενο προπαγανδιστικά στοιχεία υπέρ των Ναζί που και πάλι όμως δεν ικανοποίησαν την ηγετική ομάδα, κυρίως τον Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ, ο οποίος ισχυρίστηκε πως ο Χανς Φαλλάντα δεν ήταν ο συγγραφέας εκείνος που μπορούσε να χρηματοδοτήσει το γερμανικό κράτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο στη ναζιστική Γερμανία το 1938 να λάβει αρνητικές κριτικές και πολύ γρήγορα να αποσυρθεί από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Penguin σε μετάφραση Philip Owens (ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου το 1945 στην Αθήνα, υπηρετώντας την βρετανική αποστολή), βασίζεται σε μια παλιότερη αγγλική έκδοση του 1940 η οποία προσπάθησε να αποκαταστήσει το αρχικό κείμενο του Φαλλάντα δίχως τις μεταγενέστερες "ναζιστικές" τροποποιήσεις. Η σημερινή αγγλική έκδοση, θεωρούν οι εκδότες του βιβλίου, είναι πλέον η πιστότερη στο κείμενο που έγραψε αρχικά ο Φαλλάντα.
Χανς Φαλλάντα
Η ιστορία που διηγείται ο Φαλλάντα βασίζεται στο πραγματικό γεγονός που διαδραματίστηκε το 1928 όταν ο Γουσταύος Χάρτμαν, ένας ιδιοκτήτης ιππικής άμαξας, οδήγησε το μόνιππο του από το Βερολίνο στο Παρίσι. Τον ρόλο αυτό στο βιβλίο τον αναλαμβάνει ο Γουσταύος Χάκενταλ, ο αυτοαποκαλούμενος και "Σιδηρούς Γουσταύος" εξαιτίας της αλύγιστης προσωπικότητας του στα δύσκολα αλλά και στην ξεροκεφαλιά του θα έλεγε κανείς, όσο και σε μια άκαμπτη ηθική στάση που οδηγεί πολλά μέλη της οικογένειας του στην αποξένωση και στον ηθικό ξεπεσμό, Το πολυσέλιδο αυτό μυθιστόρημα σου κρατά το ενδιαφέρον ως την τελευταία σελίδα αν και θα ήταν ενδιαφέρον να μπορούσε ο Φαλλάντα να το προχωρούσε ως τη ναζιστική περίοδο δίχως να υπάρχει η λογοκρισία και ο έλεγχος των ναζί. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, αποκτούμε μια καθαρή εικόνα της κοινωνικής κατάστασης στη Γερμανία από το 1914, χρονιά του μεγάλου πατριωτικού, όπως πίστευαν, ξεσηκωμού, ως το άδοξο τέλος του 1918 (μια ήττα που δεν επήλθε στο στρατιωτικό πεδίο, όπως επιμένουν οι βασικοί πρωταγωνιστές του βιβλίου), τη μετέπειτα κοινωνική καταστροφή της ανεργίας, του υψηλού πληθωρισμού, της κοινωνικής κατάπτωσης που συνδυάστηκε με την αμήχανη και αδύναμη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο πολιτικό επίπεδο και την άφρονα πολιτική των συμμάχων, ειδικά των Γάλλων, έναντι της ηττημένης Γερμανίας. Ο Φαλλάντα διηγείται λοιπόν το χρονικό του Γουσταύου Χάκενταλ και των πέντε παιδιών του, στο Βερολίνο του μεσοπολέμου, και την κοινωνική κρίση που θα αφήσει έντονα το αποτύπωμά της στην οικογένεια του. Τα πέντε αυτά παιδιά, ο Όττο, ο Έριχ, ο Χάιντς, η Εύα και η Σόφι δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν την αίσθηση της σκληρότητας, με την έννοια της άκαμπτης ηθικής στάσης, που ο πατέρας Γουσταύος, άσκησε πάνω τους. Απουσιάζει η έννοια και η προοπτική της συγχώρησης ή του ελέους. Αυτό φαίνεται πιο έντονα στην τραγική ιστορία της Εύας που οδηγείται στην πορνεία και στην εθελούσια εκμετάλλευσή της από τον προαγωγό της Ευγένιο Μπαστ. Ο Φαλλάντα βλέπει διάφορα επίπεδα στην ηθική κατάπτωση της Γερμανίας και αυτά αποτυπώνονται στις προσωπικές ιστορίες των παιδιών του Γουσταύου. Ο Χάιντς φερ' ειπείν είναι ο πιο τυχερός καθώς , ως ο νεαρότερος απ' όλους, καταφέρνει να φτιάξει μια υγιή οικογένεια που παρά τη φτώχεια και την ανέχεια που την διακρίνει κατορθώνει να διασώσει στοιχεία ηθικής αξιοπρέπειας και ακεραιότητας, και μάλιστα πολλές φορές εις βάρος της οικονομικής αντοχής της δικιάς του οικογένειας. Κατά πόσο η μορφή του πατέρα Γουσταύου ανταποκρινόταν σ΄έναν μέσο όρο πατριαρχικής μορφής την εποχή εκείνη στη Γερμανία δεν το γνωρίζουμε- και πάντως η μυθιστορηματική του απεικόνιση, μπορούμε να ισχυριστούμε, έχει αρχέγονα χαρακτηριστικά, αυτά του ανελεήμονα και του σκληρού αφέντη που μπορούμε να συναντήσουμε σε διαφορετικές κουλτούρες άλλων χρονικών περιόδων. Άλλωστε, όταν ο πρεσβύτερος υιός του ο Όττο μιλάει γι' αυτόν, αναφέρεται στην πραγματική εικόνα που σχημάτισε ως παιδί για τον πατέρα του: "Ο πατέρας μου; Όχι, είναι ο Σιδηρούς Γουσταύος όπως τον αποκαλούν, και είναι τόσο περήφανος γι' αυτό. Αλλά κανείς δεν θα έπρεπε να είναι περήφανος επειδή είναι από σίδηρο, διότι τότε δεν είσαι ούτε άνθρωπος, ούτε πατέρας".
Οι τελευταίες εικόνες του βιβλίου που περιγράφεται παραστατικά το απίστευτο για κείνη την εποχή ταξίδι με άμαξα από το Βερολίνο στο Παρίσι και επιστροφή ξανά πίσω θυμίζουν έντονα τις περιπετειώδεις περιγραφές ενός Ιουλίου Βερν, και είναι αυτές οι σελίδες που περισσότερο με ενθουσίασαν, γιατί όσο αντιπαθητική κι αν είναι η μορφή του πατέρα Γουσταύου, εντούτοις η ατίθαση τόλμη του και το αλύγιστο της θέλησής του που τον ωθούν να συμμετάσχει σε ηλικία 70 ετών σ' αυτήν την περιπέτεια προκαλούν και συγκίνηση και θαυμασμό, διότι "ότι κι αν είχε συμβεί στάθηκε αδύνατο να τον αλλάξει. Ήταν πραγματικά ένας Σιδηρούς Γουσταύος και δεν είχε λησμονήσει πως να ελπίζει". Παρά τα συντρίμμια που αφήνει γύρω του, παρά το τραγικό τέλος πολλών παιδιών του, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς αυτή την θέληση που τελικά λυγίζει τα σίδερα. Ίσως ένα πνευματικό πορτρέτο της Γερμανίας της ίδιας που παρά τις καταστροφές που επέφερε κατάφερε να διατηρεί αυτό το ανεξιχνίαστο σθένος να σηκώνεται και να συνεχίζει να μάχεται, έτσι όπως έκανε ο Γουσταύος. Αντιφατικό το μήνυμα του βιβλίου, αλλά όχι δίχως να μας βάζει σε σκέψεις. 

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Leo Perutz: Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας

Το βιβλίο από τις εκδόσεις Pushkin
Ονειρική ατμόσφαιρα τρόμου. Κάπως έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί το αίσθημα που βιώνει ο αναγνώστης όταν διαβάζει τις σελίδες του εμβληματικού αυτού μυθιστορήματος του Λέο Περούτζ. Νιώθεις μια υποβόσκουσα απειλή να διαχέεται παντού, μια απειλή δίχως όνομα. Και την απειλή αυτή ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Βαρόνος φον Γιος προσπαθεί να την ξορκίσει μέσω της γραφής: "Ίσως απαλλάχτηκα εντελώς από τον εφιάλτη με τον καταγράψω σε χαρτί".
Οξυδερκής παρατήρηση περί ανθρώπινης φύσης: "Είμαστε όλα πλάσματα που απογοητεύσαμε το μεγάλο σχεδιασμό του Δημιουργού. Δίχως να το υποπτευτούμε, υφίσταται ένας τρομερός εχθρός μέσα μας. Κείται εκεί πέρα ακίνητος, κοιμώμενος, ωσάν νεκρός. Αλίμονο αν επιστρέψει στη ζωή". Ο Λάβκραφτ θα διάβαζε με μεγάλη ευχαρίστηση τις σελίδες αυτές που αναβιώνουν τον προαιώνιο μεταφυσικό τρόμο.
Το διήγημα του Περούτζ αφορά μια σειρά περίεργων δολοφονιών, με πρώτη αυτή του διάσημου ηθοποιού Όϊγκεν Μπίσοφ, ο οποίος, όταν τον αντίκρισαν νεκρό είχε τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ποιός ευθύνεται για τον θάνατό του; Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας δεν είναι απλώς ένα όνομα, "δεν είναι ένα ζωντανό ανθρώπινο ον. Έχει πεθάνει εδώ και καιρό, αλλά ζει ακόμα και κρύβεται μέσα στο νου των ανθρώπων". Μερικές φορές ένα βιβλίο μπορεί ν' αλλάξει, προς το καλύτερο ή το χειρότερο, τη ζωή των ανθρώπων. Ο μεταφυσικός τρόμος που διαπνέει την ιστορία του Περούτζ και το ευφάνταστο τέλος της όπου σκιαγραφείται μια θεωρία περί καλλιτεχνικής δημιουργίας (η καταφυγή σε ουσίες προκειμένου να επιτευχθεί μια δημιουργία), καθώς και η ατμόσφαιρα της Κεντρικής Ευρώπης, όλα αυτά συνηγορούν για μια όμορφη αναγνωστική εμπειρία.
Leo Perutz
Όσοι αγαπήσαμε τον Λάβκραφτ και τον Πόε θα βρούμε αρκετά καλά σημεία να συμπαθήσουμε στον Περούτζ, μπορεί να μην φθάνει στον ύψιστο τρόμο του πρώτου ή στην αφηγηματική ευφυΐα του δεύτερου, αλλά η ιστορία του έχει μυστήριο και έναν ανεξιχνίαστο, υποδόριο τρόμο, και φυσικά έχει αναφορές στη δύναμη, ενίοτε σκοτεινή, που ένα βιβλίο μπορεί να κρύβει στις σελίδες του- αυτό μας αρκεί.  

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Σκάρτη χώρα

Δεν είναι έκπληξη που ένα κόμμα-κράτος όπως η Νέα Δημοκρατία δεν μπόρεσε να διοργανώσει εσωκομματικές εκλογές που προϋποθέτουν κάποιου είδους οργάνωση. Η κρατικοποιημένη Νέα Δημοκρατία, που ουδεμία σχέση έχει είτε με τα φιλελεύθερα είτε με τα συντηρητικά κόμματα της Ευρώπης αλλά αποτελεί μηχανισμό νομής του κράτους, απέδειξε την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού στην ολότητά του, την έλλειψη διαχειριστικής επάρκειας. Δεν είναι περίεργο αυτό. Αυτό που χρεοκόπησε ήταν το κράτος και οι δομές του, και η Νέα Δημοκρατία ήταν μια απ' αυτές τις δομές που είχε την ευθύνη για πολλά χρόνια της λειτουργίας του.
Αλλά δεν είναι μόνο ο κρατικός τομέας που έχει πρόβλημα. Σε μια σκάρτη χώρα, η μια χρεοκοπία ακολουθεί την άλλη, σαν τα κομμάτια του ντόμινο που το ένα ρίχνει το άλλο ρυθμικά και αέναα. Η εταιρεία που συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία για να διοργανώσει τις εσωκομματικές εκλογές αποδείχτηκε εξίσου ανίκανη. Μια εταιρεία που από τη δουλειά που έκανε φαίνεται πως είναι μια κλασική περίπτωση αρπαχτής του ιδιωτικού τομέα που απομυζεί κρατικούς πόρους προκειμένου να προσφέρει δήθεν υπηρεσίες. Έχει φυσικά ευθύνες, τις μεγαλύτερες, η ομάδα εκείνη που διοργάνωσε την εκλογή προέδρου- αν έχει όμως κι άλλες ευθύνες πέρα από την ανικανότητα που την διέκρινε, δηλαδή αν το όλο σκηνικό ήταν στημένο για να ευνοηθεί ο σημερινός πρόεδρος, αυτό μικρή σημασία έχει. Στο σημερινό φιάσκο είχαμε την τέλεια σύμπραξη ανικανότητας και φαυλότητας: ένας χρεοκοπημένος δημόσιος τομέας με τον οποίο συνεργάστηκε ένας τυχάρπαστος ιδιωτικός τομέας. Η χρεοκοπία της χώρας δεν ήταν ποτέ τόσο εμφανής σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης.
Δεν φταίνε οι Γερμανοί και γι' αυτό!

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Το περιεχόμενο του σακιδίου μου σήμερα

1. Ένα άρθρο από την Wikipedia με θέμα "Cuius regio, euis religio"
2. Μια πρόσκληση για επιτροπή στο ΙΚΑ
3. Ένα αντίγραφο εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών
4. Ένα γερμανικό βιβλίο με τίτλο Mein Onkel Franz
5. To απόσπασμα από το έργο του Θίοντορ Ντράιζερ "An American Tragedy" όπου ο Κλάιντ Γκρίφιθς χτυπά την πρώην αγαπημένη του Ρομπέρτα.
6. Μια γερμανική κριτική του τελευταίου βιβλίου του Richard Flanagan
7. Η νεκρολογία για τον Ρενέ Ζιράρ από τους New Yotk Times
8. Η λίστα των καλύτερων ροκ δίσκων όπως τους πρότεινε η Σώτη Τριανταφύλλου
9. Μια συνταγή μαγειρικής για κοτόπιτα
10. Ένας μαύρος σκούφος
11. Μια απόδειξη της Alpha Bank για συνδρομή στο περιοδικό "Σύναξη"
12. Ένα χαρτάκι με το όνομα του τελευταίου βιβλίου της Hanya Yanagihara
13. Ένα φιαλίδιο Ντεπόν
14. Πακέτα χαρτομάντηλα
15. Ένα γερμανο-ελληνικό λεξικό
16. Ένα μπλε στυλό
17. 2 ζάχαρες από το ΙΚΕΑ
18. Ένα σημείωμα με βιβλία αμερικάνων συγγραφέων
19. Ψώνια για το σούπερ μάρκετ
20. Ένα χαρτάκι με σκόρπια βιβλία

Αφού τα κατέγραψα όλα, τα έβαλα πάλι μέσα στο σακίδιο.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Νίκος Δήμου: Οι δρόμοι μου

Μετά το "Καταφύγιο ιδεών" του Χρ. Γιανναρά, είναι η αυτοβιογραφία που απόλαυσα περισσότερο, αν και μεταξύ των δύο υπάρχει μεγάλη διαφορά σε βιώματα, διότι η μεν του Γιανναρά είναι μια αυτοβιογραφία καταθλιπτική,  μέσα στους χώρους μιας στρατιωτικού τύπου παραεκκλησιαστικής (ή μήπως θρησκευτικής, απλά;) οργάνωσης ενώ αυτή του Δήμου σφύζει από ζωή, ερωτισμό και εναλλαγές σε συναισθήματα. Η αυτοβιογραφία του Γιανναρά είναι κυρίως επικεντρωμένη στην καταπίεση της σάρκας και την υπερτροφία του πνεύματος ενώ στο Δήμου πνεύμα και σάρκα υπάρχουν αρμονικά δίχως να ανταγωνίζεται το ένα το άλλο. Η διαφορά αυτή , τελικά, αναδεικνύει τους Δρόμους του Δήμου σε ένα κείμενο γοητευτικό και, παρά την γλυκιά πίκρα που βγάζει σε αρκετά σημεία, αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία να επιστρέψει ξανά στα μονοπάτια της ζωής του Νίκου Δήμου.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε μικρές ενότητες- κεφάλαια που έχουν την χάρη πως μπορούν να διαβαστούν και αυτόνομα σαν αυτοτελή επεισόδια. Μέσα σ΄αυτό αποκαλύπτεται ολόκληρος ο Νίκος Δήμου, δίχως περιττές φράσεις, εκλογικεύσεις ή αποσιωπήσεις, περιγράφει την πορεία του ζωής του και την εξέλιξη του ως ανθρώπου, συγγραφέα, ανθρώπου της επικοινωνίας, εραστή της ζωής. Είναι όντως μια αυτοβιογραφία μυθιστόρημα που κερδίζει τον αναγνώστη και ανήκει σ' αυτή τη μικρή γκάμα των βιβλίων που δεν θέλεις να τα αφήσεις από το χέρι σου, γυρνάς τις σελίδες γρήγορα, βοηθά σ' αυτό τόσο ο λόγος του Δήμου, όσο και οι περιπέτειες της ζωής του σε καθέναν απ' αυτούς τους τέσσερις δρόμους. Θα υπάρξει και συνέχεια; Μακάρι! Ίσως όχι ένας ακόμη δρόμος, αλλά μια πλήρης ακόμη δημιουργική δεκαετία, σαν και την τελευταία του, για να έχει να διηγηθεί όμορφα πράγματα.
Το πρόβλημα με το Δήμου είναι και πρόβλημα γενικότερα της ελληνικής διανόησης η οποία ποτέ δεν καταδέχθηκε να τον αναγνωρίσει, αν όχι τον σημαντικότερο εν ζωή, πάντως ως ένα επίλεκτο μέλος της που έχει κατορθώσει να πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα των βιβλίων του. Ίσως να φταίει σ' αυτό η μοναχική πολυπραγμωσύνη του, όπως λέει ο ίδιος, καθώς ο Δήμου δεν υπήρξε ποτέ ο συγγραφέας ΤΟΥ μυθιστορήματος ή ΤΗΣ ποίησης ή κάποιου άλλου έργου αναφοράς. Η αρετή του Νίκου Δήμου ήταν η μικρή φόρμα, ο αφοριστικός αποφθεγματικός λόγος (είναι, για μένα, ο Έλληνας La Rochefoucauld), το δοκίμιο και η κριτική του ικανότητα όσον αφορά τη λογοτεχνία. Το πρόβλημα με το Δήμου είναι πως αυτά συνιστούν μονάχα ένα μέρος της ύπαρξής του, για κείνον το σημαντικότερο, αλλά ο όλος Δήμου υπάρχει αν στα βιβλία του προσθέσουμε και το διαφημιστικό του έργο που το άσκησε για βιοπορισμό, αλλά και σ' αυτό ακόμα, στα σλόγκαν και στο στήσιμο μιας διαφήμισης, φαίνεται το πνεύμα του ανθρώπου. Αν όμως ο Δήμου δεν αναγνωρίστηκε από τους ομότεχνους του (αλλά μόνο απ' αυτούς, και μόνο από τους εγχώριους), αναγνωρίστηκε και συζητήθηκε στο πολύ πιο απαιτητικό εξωτερικό όπου η περίφημη "Δυστυχία" μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και πουλήθηκε αρκετά, ενώ είναι από τους ανθρώπους εκείνους που ένα ξένο κανάλι θα δεχτεί να πάρει συνέντευξη για θέματα της ελληνικής επικαιρότητας, διότι έχει κάτι να πει το ενδιαφέρον. 
"Κατάλαβα μερικά πράγματα για τον εαυτό μου, γράφοντας αυτά τα κείμενα....έβγαλα σκονισμένους σκελετούς από τα ντουλάπια της μνήμης μου και τόλμησα να τους κοιτάξω καταπρόσωπο. Όλη αυτή η αναδρομή ήταν μια προσπάθεια να αποκαταστήσω τις σχέσεις μου με τον εαυτό μου". Αυτή η εξομολόγηση (όλο το βιβλίο είναι μια εξομολόγηση) θυμίζει, στην ειλικρίνεια του, τις αρχικές σελίδες των "Εξομολογήσεων" του Αυγουστίνου, μόνο που αντί για την αναζήτηση του Θεού ο Δήμου αναζητά τον εαυτό του. 
Πιστεύω πως ο Νίκος Δήμου είναι ο αιώνια νέος. Μπορεί να έφθασε τα 80, αλλά δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τη ζωή και τα μυστικά της. Αυτός ο έρωτας για τη δημιουργία, αυτή η περιέργεια για κάθε νέο επίτευγμα, πνευματικό δηλαδή τεχνολογικό και τεχνολογικό δηλαδή πνευματικό, κατακλύζει την ύπαρξη του Δήμου ακόμη και σήμερα: "Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου διαφορετικά από αυτό που έγραψα τώρα: αιώνιος νέος. Νέος. Μπορεί κουρασμένος, απογοητευμένος, πεσμένος, καταθλιπτικός, παραιτημένος- αλλά νέος". To παιδί εκείνο που μεγάλωσε διαβάζοντας μετά μανίας Βερν και Ξενόπουλο, ξενιτεύτηκε για να σπουδάσει όχι για το "χαρτί" (πόσο πρωτοποριακή κι αυτή η κίνηση!) αλλά για να ωριμάσει και για να γίνει άνθρωπος  όπως το έγραψε σε ένα Γράμμα στον πατέρα (κάποιο άλλο γράμμα έρχεται στο νου μου, κάποια άλλη σχέση πατέρα-γιου που σημάδεψε την παγκόσμια λογοτεχνία), ερωτεύτηκε, απατήθηκε, πάλεψε και νικήθηκε, κάποια στιγμή τα εγκατέλειψε όλα (κίνηση ρίσκου) για να αναδείξει τη σκέψη του, δεν πήρε φράγκο από το δημόσιο κορβανά (υπόδειγμα ανεξάρτητου διανοούμενου), όλα αυτά είναι σταθμοί που αναλύονται επαρκώς στους "Δρόμους" και συνιστούν ένα μάθημα ζωής που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Πότε τελειώνει ο χρόνος μιας αυτοβιογραφίας; "Κανείς ποτέ δεν ολοκλήρωσε την αυτοβιογραφία του" γράφει ο Δήμου στον πρόλογο της "Οδού Παράσχου". Ορθόν, αλλά μετά την αυτοβιογραφία ακολουθεί η ερμηνεία, και αυτή έχει πολλά ψωμιά ακόμη.

Σχόλιο στον Ταρίκ Αλί

Η αμφισβήτηση της Δύσης μέσω της πρόκλησης ασύμμετρων ενεργειών (με τους δυτικούς όρους: τρομοκρατία) από το πολιτικό ισλάμ είναι σχετικά καινούργιο φαινόμενο, και πάντως εντελώς νεώτερο εν σχέσει με τις αντιθέσεις εντός του ισλαμικού κόσμου. Το Ισλαμικό Κράτος με την ίδια βαρβαρότητα που μάχεται την Δύση και τον τρόπο ζωής αυτής αντιμετωπίζει και τους σιίτες μουσουλμάνους. Η βασική διαμάχη που υποβόσκει είναι αυτή μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, και ενώ μέχρι πρότινος οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ως βασικό σύμμαχο τους μονάρχες της Σαουδικής Αραβίας, η προσέγγιση με το Ιράν, τον κατ' εξοχήν εκπρόσωπο του σιιτικού κόσμου, που αίφνης παρουσιάζεται πιο μετριοπαθές από τους επηρεασμένους από την σαλαφική ιδεολογία σουνίτες θα αλλάξει τα δεδομένα όχι μόνο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά συνολικά στην ισορροπία δυνάμεων με τη Δύση. Έχει λοιπόν δίκιο ο Ταρίκ Αλί που επισημαίνει πως οι Δυτικοί οφείλουν να διακόψουν την υποστήριξη τους προς το σαουδαραβικό καθεστώς (http://www.versobooks.com/blogs/2336-isis-in-paris-by-tariq-ali) ως πηγή του κακού στην περιοχή, η μόνη ορθή πρόταση στο άρθρο του. Η άποψη του όμως πως η Δύση δεν είναι ηθικά ανώτερη από τους τζιχαντιστές είναι όχι μόνο απαράδεκτη από άποψη κοινής λογικής αλλά αρμόζει μονάχα σε κάποιους εγχώριους σχολιογράφους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που επικαλούνται άθλια επιχειρήματα συμψηφισμού προκειμένου να δικαιολογήσουν τον αταβιστικό αντιδυτικισμό τους. Η Δύση ως τρόπος ζωής, σκέψη και πολιτισμός είναι ανώτερη από την σαλαφιστική βαρβαρότητα,  και  σε καθεστώς πολέμου οφείλει κανείς να επιλέξει θέσεις και στρατόπεδο, και πάντως όχι την συμψηφιστική και δήθεν εξισορροπιστική άποψη του Ταρίκ Αλί.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Μέριλιν Ρόμπινσον: Γκίλιαντ

Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται ένα γράμμα, αυτό που έκατσε και έγραψε ο πάστορας Τζων Έιμς σε μεγάλη ηλικία προς το γιο του, ένα γράμμα εξομολογητικό, βαθιά ανθρώπινο, ένα γράμμα αποκαλυπτικό για τη σχέση ενός ιερέα μιας μικρής κωμόπολης της πολιτείας της Αϊόβας, της Γκίλιαντ, με την ιστορία των προγόνων του, με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τη διαποίμανση στην κωμόπολη αυτή, με τα υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τον Θεό και την Ιστορία. Ο τόνος της επιστολής είναι εξομολογητικός γιατί ο ιερέας Τζων Έιμς αποκαλύπτει και ανακαλύπτει συγχρόνως τον εαυτό του, αναρωτιέται διαρκώς για συγκεκριμένες καταστάσεις και προσπαθεί να ερμηνεύσει γεγονότα υπό το φως της πίστης του ή της αμφιβολίας του σ' αυτήν. Προερχόμενος από οικογένεια ιερέων που διακόνησαν στον άμβωνα προτεσταντικών εκκλησιών ήδη από την εποχή του αμερικάνικου εμφυλίου ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 όπου τοποθετείται η επιστολή, ο Τζων Έιμς καταγράφει το χρονικό μιας οικογενειακής καθημερινότητας την οποία διακρίνει η άδολη πίστη στην αξία και την αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και ενάντια σ' αυτή ορισμένες φορές, όπως όταν περιγράφει τα πιστεύω του αδελφού του Έντουαρντ ο οποίος σπουδάζοντας στη Γερμανία, μακριά δηλαδή από την απλότητα του πνεύματος μιας επαρχιακής αμερικάνικης πολιτείας, επιστρέφει πίσω ως άθεος. Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται δίχως φιλοσοφικές φιοριτούρες μια απλή και συγκινητική ιστορία γύρω από την πίστη και την ποιμαντική αξία αυτής. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το "Γκίλιαντ" μια μικρή κιρκεγκαρτιανή πραγματεία της ταπεινής επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, ένα εξομολογητικό ποιμαντικό ημερολόγιο μιας άδολης ψυχής. Άδολης όχι με την έννοια πως ήξερε ή είχε απαντήσεις για όλα τα θέματα. Ο προβληματισμός και η αμφισημία, η αμφιβολία και η διερώτηση γύρω από τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας ποιμαντικής δράσης είναι ολοφάνερα στα γραπτά του ιερέα, αλλά πέρα από την αμφισβήτηση αυτή που γεννιέται από την ταπείνωση του ανθρώπινου πνεύματος ενώπιον του μεγαλείου της πίστης, υπάρχει η σταθερά εκείνη για την βεβαιότητα της αλήθειας του Ευαγγελίου που διατρέχει τη γραφή και τη σκέψη του ιερέα Τζων Έιμς. Διότι για κάθε πρόβλημα ή κάθε προβληματισμό ή αμφιβολία, η απάντηση θα βρεθεί σε κάποιο βιβλικό χωρίο που θα φωτίσει το θέμα και θα σκορπίσει την αμφιβολία ή την πλάνη. Θα φωτίσει και τις σκοτεινές πλευρές που περιγράφει ο Έιμς, κυρίως στη σχέση του με τους γείτονες του, τον επίσης ηλικιωμένο ιερέα Μπόουτον και τον υιό αυτού Τζων Μπόουτον, ο οποίος θα βρεθεί πατέρας ενός παιδιού εκτός γάμου με  μια έγχρωμη γυναίκα, και αυτή η ιστορία, η πιο συγκινητική του βιβλίου θα οδηγήσει τον Τζων Έιμς να παρατηρήσει στον δικό του γιο, αλλά δεν θα μπορούσε να το πράξει διαφορετικά αν δεν είχε χριστιανική αντίληψη, πως "είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο μπορεί να μην ακούσεις έναν καλό λόγο, αλλά δεν έχω άλλο τρόπο να σου φανερώσω την ομορφιά που κρύβει μέσα του".
Μέριλιν Ρόμπινσον
Το βιβλίο διαπνέεται από τη χαρά της χριστιανικής πίστης, όχι όπως την αντιλαμβάνονται πολλοί, ως ανέμελη ή δίχως ερωτήματα ή προβληματισμούς, ή πτώσεις και πολλές αμαρτίες. Τα έχει όλα αυτά φυσικά, όπως και τη διάσταση του ανθρώπινου χαρακτήρα του ιερέα και των παθών του. Ωστόσο,  η Ρόμπινσον έχει θέση- δια χειρός Τζων Έιμς επικαλείται τη φράση του Σάμουελ Κόλεριτζ πως ο χριστιανισμός είναι ζωή και όχι δόγμα, και αυτή τη ζωή μας χαρούμενης εσωτερικά ύπαρξης, χαρούμενης γιατί ερείδεται στην πίστη, ζωγράφισε η αμερικανίδα συγγραφέας που σίγουρα απευθύνεται σε ένα ειδικό αναγνωστικό κοινό, αλλά η απλή ομορφιά του βιβλίου ως αφήγησης ενδέχεται να συγκινήσει αναγνώστες που δεν διαπνέονται από την ίδια βεβαιότητα του Τζων Έιμς. Με την ίδια λογική που συγκινούν, ακόμη και σήμερα οι "Εξομολογήσεις" του Αυγουστίνου, αυτές οι ψυχές θα ευχαριστηθούν αυτή τη σύγχρονη προσέγγιση της Μέριλιν Ρόμπινσον στο "Γκίλιαντ" της πολιτείας της Αϊόβα. Άλλωστε, όπως αναφέρει κάπου ο Τζων Έιμς επικαλούμενος τον Αυγουστίνο, "ο Κύριος θα σκουπίσει τα διάκρυα από όλα τα πρόσωπα" καθώς βλέπει τον καθένα από μας ως μονάκριβο παιδί του. Ένα παιδαγωγικό βιβλίο το οποίο έχει εκδοθεί και στα ελληνικά από τις κορυφαίες εκδόσεις "Εν Πλω" που εκδίδουν βιβλία με θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο.
Η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Θίοντορ Ντράιζερ: Μια Αμερικάνικη Τραγωδία

Τι ανείπωτη ευτυχία μετά από 20 και επιπλέον χρόνια να ξαναδιαβάζω ένα βιβλίο, και μάλιστα αυτό που θεωρείται το magnus opus, του Θίοντορ Ντράιζερ, μετά την "Αδελφή Κάρι" (που αν και μεταφρασμένη στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πλέον), τώρα ήλθε επιτέλους η σειρά της "Αμερικάνικης Τραγωδίας", αυτού του βιβλίου ποταμού των 900 σχεδόν σελίδων που εκδόθηκε το 1925 και αναμφισβήτητα έχει θέση στον κανόνα με τα μεγάλα αμερικάνικα μυθιστορήματα. Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 1951 και είχε τίτλο "Μια θέση στον ήλιο" (ορθή μεθερμηνεία του τίτλου του βιβλίου), σε σκηνοθεσία Τζωρτζ Στήβενς, και πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μοντγκόμερυ Κλιφτ, μια ταινία που δεν ξεκινά από την αρχή του βιβλίου βέβαια, αλλά από τη στιγμή που ο βασικός ήρωας ξεκινά για τη μεγάλη του περιπέτεια στο εργοστάσιο του θείου του στη Νέα Υόρκη. Ο Ντράιζερ για να γράψει το βιβλίο που είναι πλούσιο σε συμβολισμούς, εμπνεύστηκε από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν το 1906 στη Νέα Υόρκη με την καταδίκη του Τσέστερ Ζιλέτ ο οποίος δολοφόνησε δια πνιγμού την ερωμένη του Γκρέις Μπράουν σε μια λίμνη. Την ιστορία αυτή παίρνει ο Ντράιζερ και της δίνει οικουμενικές διαστάσεις, ένα αληθινό πεδίο προβληματισμού γύρω από τα όρια της υποκειμενικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, της σχέσης της βούλησης και της συνείδησης, των πραγματικών γεγονότων και της ερμηνευτικής τους προσέγγισης. Το βιβλίο που το διάβαζα φανατικά για 10 μέρες, ξυπνώντας από τις 5 το πρωί, ακόμα και στη δουλειά σε μορφή pdf, ως αργά το βράδυ, εμπεριέχει αξέχαστες εικόνες που μένουν βαθιά στη μνήμη και έχει το χαρακτηριστικό των μεγάλων εκείνων βιβλίων που ακόμα και αν τα αφήσεις δεν σε αφήνουν αλλά στριφογυρίζουν διαρκώς μέσα στο μυαλό σου προκειμένου να αναρωτηθείς για τις δικές σου πράξεις αν βρισκόσουν στη θέση κάποιου από τους ήρωες του. Η "Αμερικάνικη Τραγωδία" είναι λοιπόν η τραγωδία του Κλάιντ Γκρίφιθς, ενός νέου που αναζητεί το αμερικάνικο όνειρο το οποίο ενσαρκώνεται στα εξής στοιχεία: πλούτος, όμορφη ζωή, όμορφες γυναίκες. Προερχόμενος από μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, η οποία ζει κηρύττοντας τον λόγο του Θεού, στήνοντας αυτοσχέδιες τέντες σε διάφορες περιοχές προκειμένου να δημιουργεί τον χώρο μιας κινητής εκκλησίας, αισθάνεται πως είναι φτιαγμένος για μεγαλύτερα πράγματα, γι' αυτό και αυτονομείται νωρίς αναζητώντας την τύχη του σε διάφορα επαγγέλματα και κοινωνικούς κύκλους νέων της εποχής που θα του προσφέρουν έναν πιο ανέμελο τρόπο ζωής. Από νωρίς πάντως είχε αρχίσει να αναρωτιέται και να εξετάζει κριτικά την στάση των γονιών του, έχοντας την φυσική προδιάθεση που ενισχυόταν από τον πλούτο που έβλεπε σε κάποιες κοινωνικές τάξεις: "Ο Κλάιντ ήταν τόσο ματαιόδοξος και περήφανος όσο ήταν φτωχός".
Θίοντορ Ντράιζερ
Η ανεμελιά αυτή θα τον οδηγήσει σε μια κλασική περίπτωση βιβλικού άσωτου υιού, αρχίζοντας να συναναστρέφεται νέους που δεν είχαν κάποιο ηθικό έρεισμα με συνέπεια να γίνει μάρτυρας του θανάτου μιας νεαρής κοπέλας σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στο οποίο συμμετείχε έμμεσα και ο ίδιος. Το δυστύχημα αυτό ήταν αποτέλεσμα της αδιαφορίας των νέων αυτών φίλων του, αγοριών και κοριτσιών, προς την ανθρώπινη ζωή, διότι γι' αυτούς προείχε η διασκέδαση και μόνο. Φοβούμενος πως η τυχόν έρευνα γύρω από τις συνθήκες αυτού του δυστυχήματος θα του κόψει δια παντός τα φτερά της κοινωνικής ανόδου θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη αναζητώντας εργασία στο εργοστάσιο παραγωγής γιακάδων του πλούσιου θείου του. Εκεί θα πλεχτεί η ανείπωτη αμερικάνικη τραγωδία. Κινούμενος πλέον σε ένα πλούσιο περιβάλλον, αλλά εντελώς μόνος, θα αναζητήσει τον έρωτα και θα τον βρει πρώτα στο πρόσωπο της όμορφης αλλά φτωχής εργάτριας Ρομπέρτα Άλντεν, την οποία θα αφήσει έγκυο, και στη συνέχεια της πανέμορφης και πλούσιας Σάντρα Φίντσλει. Αισθανόμενος πως η παρουσία της Ρομπέρτα, η οποία μόλις μαθαίνει την εγκυμοσύνη της και φοβούμενη το κοινωνικό και ηθικό σκάνδαλο που θα ξεσπάσει πιέζει να παντρευτούνε, αποτελεί εμπόδιο στα σχέδια του για επισημοποίηση του παράλληλου δεσμού του με την Σάντρα, σχεδιάζει την δολοφονία της.
Από δω και πέρα, ο αναγνώστης ζει τον εφιάλτη της συνείδησης του Κλάιντ. Ο Ντράιζερ με μοναδική μαεστρία υφαίνει ένα ανεπανάληπτο θρίλερ αποχρώσεων, υπαινιγμών, μικροσκοπικών λεπτομερειών που καθιστούν κάθε σκέψη και πράξη του Κλάιντ επιρρεπή σε διπλή και τριπλή ερμηνεία και ανάγνωση. Τα όρια της ενοχής και της αθωότητας σε όλο το βιβλίο παραμένουν εμφατικά δυσδιάκριτα. Η υποκειμενική γωνία μετράει και μόνο. Ακόμα και στη σκέψη του Κλάιντ όλα παραμένουν στο μεταίχμιο του φωτός και του σκότους. Δολοφόνησε ή όχι τη Ρομπέρτα Άλντεν; Σε ποιά απόκοσμη απόχρωση του γκρι βρίσκεται η αλήθεια; Εν τέλει μόνο ο Θεός μπορεί να κρίνει ακριβοδίκαια, αλλά την κρίση Του δεν μπορούμε να την γνωρίσουμε σ' αυτόν τον κόσμο, είμαστε υπό το βασίλειο της αίρεσης, της πλάνης και της αμφιβολίας, των βαθύτερων ή επιπόλαιων πεποιθήσεων μας οι οποίες μεταβάλλονται με το παραμικρό φύσημα του αέρα σε αντίθετη κατεύθυνση. Ο Ντράιζερ δεν λυπάται τον αναγνώστη του και δεν του προσφέρει ετοιματζίδικες λύσεις. Όλα είναι ανοικτά σε κάθε είδους μεθερμηνεία. Σαφώς πάσχει με την οικογένεια της φτωχής Ρομπέρτα και αναζητά τη δικαιοσύνη, την επιβολή του νόμου, διότι διαφορετικά διασαλεύεται η ηθική και έννομη τάξη. Την ίδια στιγμή όμως γίνεται συνένοχος των σκέψεων του Κλάιντ, αυτό το διαρκές "και αν..." που συνεχώς φέρνει στο προσκήνιο ο Ντράιζερ σε κάθε ανάλυση των πράξεων και των κινήτρων του Κλάιντ, το οποίο θέλει να επισημάνει το αμφίσημο όχι μόνο των ενεργειών του αλλά και των ίδιων των σκέψεων του που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρες και διαυγείς. Εκεί λοιπόν που πάει να ξεκαθαρίσει μια θέση, μπαίνει σαν δαίμονας αυτό το "και αν...", αυτή η αμφιβολία για το ποιά τελικά είναι τα κίνητρα και οι πράξεις που τα συνοδεύουν. Βέβαια, το δικαστήριο δίνει μια λύση, μόνο που αυτό είναι το επίγειο δικαστήριο που υπόκειται στα διαβλητά πάθη της ανθρώπινης φύσης και δεν είναι σε θέση, δεν έχει την αρμοδιότητα, να εκφέρει άλλη απάντηση. Αλλά ούτε ο αιδεσιμότατος Μακμίλαν, ο πνευματικός σύμβουλος του Κλάιντ στη θανατική πτέρυγα των φυλακών, είναι βέβαιος για την αθωότητα του τόσου αγαπητού σ' αυτόν θανατοποινίτη, και μπροστά στον Κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, σ' αυτόν που αποφασίζει για την απονομή ή όχι της χάριτος, μένει μονάχα στην πνευματική σφαίρα, λέγοντας πως δεν είναι σε θέση να εκφέρει άποψη για τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή αν ο Κλάιντ είναι αθώος ή ένοχος. 
Μεγαλεπήβολο σε σκοπιά, άφθονο σε συμβολισμούς, βιβλίο σταθμός στην αμερικάνικη και την παγκόσμια λογοτεχνία, η "Αμερικάνικη Τραγωδία" είναι ένα κείμενο μιας διαρκούς αναρώτησης γύρω από το ίδιο βασικό ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να πει κάτι για την αλήθεια, αν μπορεί να πει εν τέλει κάτι. Το αμερικάνικο όνειρο και το κυνήγι αυτού, ο πλούτος, οι όμορφες γυναίκες, η ανέμελη ζωή, εξελίσσεται σε αμερικάνικη τραγωδία, μια ανθρώπινη τραγωδία όμως που δείχνει και τα όρια της καθώς μονάχα μέσω του ευαγγελίου, ίσως, μπορεί να δοθεί κάποια απάντηση. Ίσως σ' αυτό το σημείο να είναι και το μοναδικό σημείο αισιοδοξίας που μας χαρίζει ο Ντράιζερ, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ως το εντελώς τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, ίσαμε την τελευταία σελίδα προκειμένου να δούμε μια αχτίδα φωτός που πηγάζει από την αλλαγή στάσης της μητέρας του Κλάιντ, μιας μορφής που συγκινεί με την απλότητα και την πίστη της. Ένα μεγάλο βιβλίο ακόμα και για τον 210ο αιώνα που δεν έχει χάσει τη λάμψη του.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

The End of the Tour: μια ταινία για τον David Foster Wallace

Ο James Ponsoldt δημιούργησε μια όμορφη και συγκινητική ταινία που βασίζεται πάνω στο βιβλίο του δημοσιογράφου του περιοδικού Rolling Stone David Lipsky, ο οποίος για ένα πενθήμερο έζησε δίπλα, και ακολούθησε σε κάθε του βήμα στην περιοδεία για την προώθηση του Infinite Jest, τον David Foster Wallace. Η ταινία επιτυγχάνει δύο πράγματα. Το πρώτο, για όσους σαν και μένα, δεν έχουν διαβάσει ακόμα Wallace, να τρέξουν και να το κάνουν. Όχι μόνο το ογκώδες και πιο φημισμένο Infinite Jest, αλλά το σύνολο του έργου του, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμίων και των κριτικών που έγραψε. Πέρα από τους διθυράμβους για το έργο του, τους οποίους ο ίδιος αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό και κάποια ντροπαλοσύνη, το σημαντικό είναι η προσωπικότητα αυτού του ιδιαίτερου και αρκετά μοναχικού ανθρώπου που αγωνίστηκε με τους δαίμονες του, και η μάχη αυτή, τουλάχιστον ένα ίχνος αυτής, μπορούμε να την βιώσουμε παρακολουθώντας την ταινία μέσα από την προσέγγιση του Lipsky. Ο Lipsky επιδιώκει, κατ' αρχήν, μια σκανδαλοθηρική προσέγγιση του θέματος "διάσημος συγγραφέας", αλλά όσο ζει μαζί με τον Wallace, τούτη η προκαθορισμένη ματιά και αντίληψη αρχίζει να ξεφτίζει. Ο Wallace αποδεικνύει πως δεν είναι ούτε ένας συνηθισμένος τύπος αλλά ούτε και κάτι που μοιάζει με απόκοσμο ον. Τα πάθη του είναι τόσο συνηθισμένα και κοινά με οποιοδήποτε έφηβο ή τριαντάρη που δεν θέλει να ωριμάσει που ξαφνιάζουν τον Lipsky. Ο Wallace είναι και παιχνιδιάρης και σκοτεινός, ντροπαλός και εγωμανής, ερμητικά κλειστός και εντελώς χύμα. Την ίδια στιγμή που θέτει υπαρξιακά ερωτήματα και αμφιβάλλει για την συγγραφική του υπόσταση ή αναρωτιέται για το εγώ του, καταναλώνει άφθονη τροφή υποκουλτούρας, junk food και b-movies με τη λαχτάρα ενός μικρού παιδιού που βρίσκει μπροστά του ένα καινούργιο παιχνίδι. Εκεί που ο Lipsky προσπαθεί να του εκμαιεύσει πληροφορίες για το χειρότερο πάθος του, είχε ακουστεί πως ήταν εξαρτημένος από την ηρωίνη στα φοιτητικά του χρόνια, ο Wallace τον απομαγεύει, και κοιτώντας στα μάτια  το εμφατικά διψασμένο κοινό για σκάνδαλα λέει με κάθε ειλικρίνεια πως το πραγματικό του πάθος είναι η τηλεόραση! Πόσο φρικτά αμερικανικό, και πόσο γνήσιο τελικά.  "Έζησα σε βιβλιοθήκες" λέει ο Wallace, αλλά ήταν άρρωστος, είχε κατάθλιψη, είχε διάφορους δαίμονες. Τους πάλεψε και μέσα από την πάλη αυτή προέκυψαν τα βιβλία του. Ο Lipsky στο τέλος της περιοδείας βγαίνει κι αυτός αλλαγμένος και , εν τέλει, κερδισμένος. Γνώρισε έναν καινούργιο φίλο, και αν κατάλαβε κάτι απ' αυτόν, σίγουρα η συγκίνηση των στιγμών που έζησε μαζί του, και η μαθητεία κοντά του, του πρόσφεραν μια γνώση της ζωής. Μια πολύ σημαντική ταινία με απολαυστικούς τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές ηθοποιούς, αλλά τον Jason Segel στο ρόλο του Wallace να είναι κάτι παραπάνω από πειστικός, να είναι εξαιρετικός.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο από το περιοδικό "Πανοπτικόν"

Συνεχίζεται η συνεισφορά του εκδότη Κώστα Δεσποινιάδη στον ελληνικό πολιτισμό με ένα αφιέρωμα (περιοδικό "Πανοπτικόν") στον πολύ σημαντικό εργάτη, ασκητή του πνεύματος Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο που, κάποιοι από μας, τον πρωτογνωρίσαμε ως τον βασικό μεταφραστή της σειράς βιβλίων της "Γνώσης", την "Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη" που διηύθυνε ο Παναγιώτης Κονδύλης. 
 Ένα σημαντικό, και συγκινητικό συνάμα, αφιέρωμα σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε τροφή σε κάθε πεινασμένο για σκέψη.