Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Διόρθωση ψήφου

Σπάνια δίνεται σ' έναν λαό η αγαθή τύχη να διορθώσει με την ψήφο του, σε σύντομο χρονικό διάστημα, μια όπως αποδείχτηκε καταστροφική επιλογή την 25η Ιανουαρίου 2015. Οι Γερμανοί δεν είχαν την ευκαιρία αυτή το 1933, έπρεπε να ισοπεδωθούν προκειμένου να διαπιστώσουν το λάθος της ψήφου εκείνης. Την 5η Ιουλίου 2015 η Ελλάδα διορθώνει την ψήφο της δίχως να χρειαστεί να περάσει από το στάδιο της ισοπέδωσης που της πρότεινε το αποτέλεσμα της ψήφου της 25ης Ιανουαρίου και το συναφές όχι.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Οι μόνες βεβαιότητες

Όπως έλεγε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, οι μόνες βεβαιότητες στη ζωή είναι οι φόροι και ο θάνατος. Δεν είχε στο νου του την Ελλάδα όταν διαπίστωνε αυτή την πραγματικότητα, αλλά πιο σύγχρονες οικονομικά και πολιτικά κοινωνίες και πάντως ήταν μια διαπίστωση που ίσχυε καθολικά. Φαίνεται όμως πως ακόμα και υπανάπτυκτα κρατικά μορφώματα, σαν το ελληνικό, μπορούν να αισθάνονται ίσα με αυτά που είχε στο νου του ο Φραγκλίνος. Αλλά μέχρι εκεί.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Έξοδος

Από το 1974, και ιδίως μετά το 1981,  τη χώρα την κυβερνά το ίδιο κόμμα που απλώς αλλάζει ονομασία. Η σημερινή συγκυβέρνηση είναι η γκροτέσκα κατάληξη του κόμματος που κυβέρνησε από τη μεταπολίτευση ως το 2015 και εξοντώθηκε από την κρίση. Παρά τη συντριβή του όμως ως κόμμα συνεχίζει να κυβερνά ως ιδεολογία και αντίληψη πολιτικής διότι αυτό που ζούμε από το 1974 και μετά δεν είναι ένα μονοκομματικό κράτος αλλά ένα μονολιθικό κράτος, κράτος της μιας και μόνης κυρίαρχης ιδεολογίας, του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων, της υποταγής της οικονομικής λογικής στο κράτος-κόμμα. Όσο διαρκούσε ο Ψυχρός Πόλεμος και η Ελλάδα ήταν ενσωματωμένη, ή αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως προτεκτοράτο, στο δυτικό στρατόπεδο, η έλλειψη ορθολογισμού όσον αφορά την αντιμετώπιση της οικονομίας περνούσε μέσα απ' αυτό που λέει και αναζητά σήμερα ο σύριζα ως "πολιτική λύση". Πράγματι, η επιβίωση της Ελλάδας μετά το 1949 ήταν αποτέλεσμα πολιτικής λύσης που επέβαλε η Δύση, αλλά ακόμα και νωρίτερα, ήδη από το 1944, η μοίρα της Ελλάδας είχε προκαθοριστεί και οι αριστεροί της εποχής εκείνης που, όπως και οι απόγονοι τους, δεν μπορούσαν λόγω ιδεολογικής προσέγγισης να κατανοήσουν την πραγματικότητα προκάλεσαν τον εμφύλιο και έχασαν. Υπήρχε όμως ένα παράδοξο. Αντί οι νικητές του εμφυλίου να εκμεταλλευτούν ιδεολογικά τη νίκη τους, προσχώρησαν στη λογική του αντιπάλου ο οποίος αν και ηττημένος στο πεδίο των μαχών αναδείχτηκε ο ουσιαστικός ιδεολογικός νικητής της αντιπαράθεσης δεξιάς-αριστεράς και επέβαλε την ατζέντα του στους νικητές με την υπεροχή που συνήθως έχει ο μάρτυρας της ιστορίας. Η νίκη αυτή συνίστατο στην κατασυκοφάντηση των αρχών του οικονομικού φιλελευθερισμού και της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, του καπιταλισμού με άλλα λόγια. Ακόμα και αυτή η ένταξη το 1981 στην ΕΟΚ δεν υπαγορεύτηκε από το λεγόμενο δεξιό κόμμα προς την ενσωμάτωση της χώρας στις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού και της αποκρατικοποίησης (μήπως είναι σωστότερο να μιλάμε για αποσοβιετοποίηση;) της οικονομίας, αλλά αποκλειστικά για "εθνικούς λόγους", λόγω του φόβου της εγχώριας πολιτικής τάξης απέναντι στους απειλητικούς γείτονες. Τούτη η αντίληψη πως η Δυτική Ευρώπη, οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά, είναι κάτι ξένο προς εμάς επικράτησε και κατά την άνοδο του επόμενου κόμματος στην εξουσία που αν και μιλούσε για έξοδο από την ΕΟΚ, κάνοντας στροφή προς τον ρεαλισμό και εκμεταλλεύοντας τους τελευταίους σπασμούς του Ψυχρού Πολέμου κατόρθωσε να συνάψει ειδικές σχέσεις με το εοκικό διευθυντήριο αντλώντας τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα, προπομπός των διαφόρων οικονομικών πακέτων βοήθειας, εσπα κλπ., με τα οποία όμως τροφοδότησε την αχαλίνωτη ροπή προς τον καταναλωτισμό ευρύτερων μαζών που ταυτίστηκαν οριστικά πάνω σ' αυτή την αντίληψη, πως η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια συνιστά άξεστη χρησιμοποίηση πόρων προς επίδειξη, απροβλημάτιστο πλουτισμό και ευμάρεια δίχως κόπο, ή για να μιλήσουμε πιο σωστά, παραγωγικές δυνατότητες. Έχουν γραφτεί και αναλυθεί πάμπολλες φορές όλα αυτά, κυρίως οι πιο εύστοχες αναλύσεις του ελληνικού προβλήματος έχουν γραφτεί και επισημανθεί πολλάκις από τον αείμνηστο Παναγιώτη Κονδύλη. Η νίκη της Δύσης το 1989 και ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου επιφύλασσε μια έκπληξη που δεν έγινε ορατή εκείνη τη στιγμή. Η Ελλάδα που θεωρητικά έπρεπε να ανήκει στις νικητήριες δυνάμεις, αποτελεί μια από τις χώρες που θα βγουν ιδεολογικά ηττημένες από την αντιπαράθεση δύσης και ανατολής, ειδικά μετά την επανένωση της Γερμανίας και την επικράτηση του γερμανικού πνεύματος δημοσιονομικής αντίληψης σε όλη την Ευρώπη. Μέχρι τότε το ελληνικό πρόβλημα περνούσε απαρατήρητο, αλλά η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ άφησε την Ελλάδα ιδεολογικά ξεκρέμαστη διότι τώρα θα έπρεπε να επιχειρήσει ολόκληρη πνευματική, πολιτική και οικονομική στροφή προς το πνεύμα του καπιταλισμού, πράγμα φυσικά αδύνατο γιατί τα πράγματα είχαν ήδη ζυμωθεί με την ιδέα πως το κράτος και το δικαίωμα στη ζωή δια του κράτους των παροχών και επιδομάτων είναι απαρασάλευτο και αμετακίνητο. Η μοναδική προσπάθεια που έγινε για να στραφεί η Ελλάδα προς αυτές τις αξίες ήταν η περίοδος της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, με τα γνωστά όμως ελληνικά χαρακτηριστικά, αλλά η κατάληξη της ήταν τραγική, όπως όλοι θυμούνται, και ευθύνη γι' αυτό θα είχε ο άνθρωπος που θα έμελλε να παίξει τραγικό ρόλο αργότερα, ο Σαμαράς. Το μεγαλύτερο όμως λάθος του πελατειακού συστήματος, αυτό που θα αποτελέσει την ταφόπλακα του, ήταν η απόφαση ένταξης της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Την ευθύνη γι΄αυτό είχε κυρίως ο Σημίτης, πολιτικός όπως και ο Μητσοτάκης με γερμανική κουλτούρα, που πίστευε πως η συμμετοχή στο ευρώ θα διασφάλιζε στην ελληνική οικονομία καλύτερες προοπτικές ανάπτυξης, ενσωματώνοντας την στον πυρήνα της Ευρώπης (ίσως το πίστευε ο Σημίτης, αλλά και πάλι πρυτάνευσαν λόγοι που σχετίζονται με την εθνική ανασφάλεια των Ελλήνων). Εδώ σημειώθηκαν δύο ιστορικά λάθη: δεν ενσωματώνεις μια χώρα σε έναν συνασπισμό αν δεν έχεις ενστερνισθεί και τις ιδεολογικές αρχές του, πόσο μάλλον όταν χρησιμοποιείς πλαστά στοιχεία για να εισέλθεις σ' αυτόν, κομίζοντας ως συστατικό στοιχείο του οικονομικού σου πολιτισμού την απάτη. Και δεύτερο, άπαξ και μπήκες ("τρούπωσες" κατά την ελληνική αντίληψη ) δεν συμπεριφέρεσαι όπως και πρώτα ειδικά όταν συμμετέχεις στο ίδιο κλαμπ με τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους. Αν ήθελες θα μπορούσες να μείνεις απ' έξω όπως οι Άγγλοι, αλλά δεν είχες τα κότσια να το κάνεις γιατί πάντα ήξερες πως επιβίωνες ως προτεκτοράτο, και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έψαχνες ένα στρατόπεδο να ενταχθείς καλύπτοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αιώνια ανασφάλεια του. Αλλά πόσο λάθος είχες μικρέ Έλληνα! "Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς", και συ δεν άντεξες να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη συνεχίζοντας να αγνοείς την πραγματικότητα και τους νόμους της. Όταν σημειώθηκε η παγκόσμια κρίση του 2008 άρχισε να αποκαλύπτεται σιγά σιγά η αλήθεια της ελληνικής πραγματικότητας που την κρίσιμη ιστορικά αυτή περίοδο είχε την ατυχία να κυβερνάται από τον πιο ανίκανο θίασο του Καραμανλή του Β' και στη συνέχεια του Παπανδρέου του Γ', καταβαραθρώνοντας, ελπίζουμε μια για πάντα, τις δύο παραδοσιακές πολιτικές δυναστείες οι απόγονοι των οποίων φάνηκαν ελαχιστότατοι ως μεγέθη έναντι των ιστορικών ιδρυτών των δυναστειών. Σε όλη αυτή την περίοδο ειπώθηκε το μεγάλο ψέμα: πως το μνημόνιο γέννησε την κρίση ενώ για όποιον έχει σώας τα φρένας συνέβη ακριβώς το αντίθετο, πως το μνημόνιο υπήρξε απότοκος της κρίσης που προϋπήρχε, αν και ορθότερο είναι να πούμε πως το μνημόνιο είναι το αθώο θύμα της κρατιστικής λογικής της κυρίαρχης ιδεολογικής αντίληψης που ακόμα και στα χρόνια της κρίσης προτίμησε να διασώσει το μέρος σε βάρος του όλου, δηλαδή να διασώσει τα προνόμια του δημοσίου (αυτού δηλαδή που χρεοκόπησε) σε βάρος του ιδιωτικού τομέα τον οποίο οδήγησε σε εξαθλίωση. Γι' αυτό το έγκλημα δεν φέρει την ευθύνη μόνο η εγχώρια πολιτική τάξη αλλά και η ευρωπαϊκή που δεν άφησε την Ελλάδα νωρίτερα να χρεοκοπήσει και ίσως έτσι διασωζόταν κάποιο κομμάτι της παραγωγικής οικονομίας αλλά προτίμησε να την διασώσει, διασώζοντας εμμέσως όμως τη μήτρα του κακού, τον δημόσιο τομέα που συνέχισε και μετά το 2010 να έχει απειροελάχιστες απώλειες σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Ίσως οι Γερμανοί πίστεψαν πως το ελλαδικό παράδοξο μπορεί να μεταρρυθμιστεί, διαψεύστηκαν όμως γρήγορα, και η μεγαλύτερη απογοήτευση τους ήταν φυσικά ο Σαμαράς, ο μοιραίος άνθρωπος του 1993, που κακιά μοίρα τον έφερε και πάλι μπροστά μας (αλλά η ακροδεξιά ήταν πάντα παρούσα, υφέρπουσα σε όλα τα κόμματα) με την αλλοπρόσαλλη και αντεθνική πολιτική του από το πρώτο μνημόνιο, από την κυβέρνηση Παπαδήμου της οποίας έκοψε το νήμα της ζωής προτού ολοκληρώσει το έργο της, μέχρι την κωμική διακυβέρνηση του που κατέληξε στην αλυσίδα εσφαλμένων αποφάσεων σε όλα τα κρίσιμα χρονικά σημεία και κυρίως στο ότι αδυνατούσε να αντιληφθεί πως με δικά του λάθη, κυρίως με την αδράνεια του, είχε αλλάξει η στάση της Γερμανίας απέναντι του. Η εκλογή της γκοτέσκας κυβέρνησης των κλόουν δεν προκάλεσε καμιά εντύπωση καθώς ήταν η φυσική απόληξη όλου του προηγούμενου διαστήματος όπως αυτό προσδιορίζεται από την απουσία επαφής με την πραγματικότητα τόσο της πολιτικής τάξης όσο και μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. Όταν ξεφτίζει το αντίγραφο στρεφόμαστε για καλύτερα αποτελέσματα στο πρωτότυπο, αυτό που υπήρξε τελικά η σκιώδης διακυβέρνηση της χώρας από το 1949 και εξής. Ακόμα και στο παρά ένα η "αριστερά" ψελλίζει για πολιτική λύση στο ελληνικό πρόβλημα, δηλαδή στη διατήρηση των προνομίων του κρατισμού και του δημόσιου τομέα σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας, στη διατήρηση του πλέγματος εξουσίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πελατειακών σχέσεων, αυτού του συνασπισμού δυνάμεων που ανέδειξαν στην εξουσία την κυβέρνηση των κλόουν. Μόνο που σ' αυτή την περίπτωση πέρα από τη χρησιμοθηρική λογική του κράτους ως εργαλείου κομματικής αναπαραγωγής που ίσχυσε στην περίοδο από τον εμφύλιο και μετά, έχουμε και έντονο το ιδεοληπτικό στοιχείο μεγάλου κομματιού της κυβερνώσας συμπαράταξης (απόλυτα ταυτισμένων ως προς την ανάποδη ερμηνεία της πραγματικότητας) που οραματίζεται ρήξεις και επαναστάσεις χωρίς αιτία. Έχουν όμως συνέπεια: αυτά που οραματίζονται δεν μπορούν να γίνουν στο χώρο του ευρώ και υπό την επίβλεψη της Γερμανίας. Αν ο κλόουν προξενεί γέλιο, λέει όμως και αλήθειες και ενίοτε πραγματώνει τα όσα υπόσχεται.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Πλούταρχος περί πενίας (Βίοι Παράλληλοι Αριστείδης-Κάτων)

"Πενία γαρ αισχρόν μεν ουδαμού δι' αυτήν, αλλ' όπου δείγμα ραθυμίας εστίν, ακρασίας, αλογιστίας, πολυτελείας. Ανδρί δε σώφρονι και φιλοπόνω και δικαίω και ανδρείω και δημοσιεύοντι ταις αρεταίς πάσαις συνούσα μεγαλοψυχίας εστί και μεγαλοφροσύνης σημείον".
Μετάφραση (Γεώργιος Α. Ράπτης): "Γιατί, η πενία βέβαια από μόνη της σε καμιά περίπτωση δεν είναι ντροπή, αλλά μόνο αν είναι συνέπεια τεμπελιάς, ανοησίας, πολυτελείας. Αν όμως συνοδεύει άνθρωπο συνετό και εργατικό και δίκαιο και ανδρείο και που δραστηριοποιείται στα κοινά με όλες τις αρετές είναι απόδειξη μεγαλοψυχίας και μεγαλοφροσύνης".
Ακρασία, Αλογιστία, Πολυτέλεια: οι τρεις κακίες που σημάδεψαν τη νεοελληνική πραγματικότητα από το 1974 και μετά, πιο έντονα από το 1981, και οδήγησαν στην εξευτελιστική χρεωκοπία του κράτους και των αξιών. Και συνεχίζει ο λόγος του Πλούταρχου να κρίνει, με αφορμή την πολιτεία του Αριστείδη: "Αρμόζει να ντρέπονται για τη φτώχεια τους αυτοί που είναι φτωχοί χωρίς να το θέλουν, ενώ αυτοί που είναι φτωχοί με επιλογή τους, όπως ο ίδιος, αρμόζει να το έχουν για καμάρι". Σε ποιά κατηγορία, αν όχι στην πρώτη, μπορεί να τοποθετήσει ο ελληνικός λαός τον εαυτό του;

Χουάν Ρούλφο: Πέδρο Πάραμο

Πέδρο Πάραμο, εκδ. Πατάκης
Ο Μεξικάνος Χουάν Ρούλφο είναι στην ουσία συγγραφέας του ενός βιβλίου. Το "Πέδρο Πάραμο" (1955), βιβλίο σημαδιακό και βιβλίο αναφοράς στην ισπανόφωνη λογοτεχνία, δεν ξεπεράστηκε ποτέ από τον ίδιο, αλλά αυτό και μόνο αρκούσε για να τον κατατάξει στους μεγάλους εκείνους συγγραφείς το έργο των οποίων θα διαβάζεται και θα ξαναδιαβάζεται. Στην εξαιρετική ελληνική έκδοση (Πατάκης, μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου) ίσως είναι καλύτερα να διαβαστεί πρώτα το επίμετρο που περιλαμβάνει δύο κείμενα, αυτό της εξαιρετικής ανάλυσης του Κάρλος Φουέντες και μια συνέντευξη του Ρούλφο στον Τζόζεφ Σόμερς.
Η ανάλυση του Φουέντες έχει στοιχεία που δεν είναι βέβαιο αν θα τα αναγνώριζε ο Ρούλφο στο έργο του, αλλά ως συγγραφέας κι εκείνος ενδεχομένως βλέπει πράγματα που εμείς αγνοούμε, συνειρμούς που μας διαφεύγουν, συσχετίσεις που μπορεί να διακρίνει μόνο εκείνος, όπως φερ’ ειπείν η διαπίστωση πως η «Σουσάνα ανήκει στον μυθικό κόσμο της τρέλας, της παιδικής ηλικίας, του ερωτισμού και του θανάτου, και ο Πέδρο ανήκει στον ιστορικό κόσμο της εξουσίας, της φυσικής κατοχής των πραγμάτων, της μακιαβελικής στρατηγικής που έχει σκοπό να υποδουλώσει τα πρόσωπα και να οικειοποιηθεί τα πράγματα».
Juan Rulfo
Ο Ρούλφο, αντίθετα, θεωρεί πρωταγωνιστή του βιβλίου του όχι τα πρόσωπα, αλλά το χωριό που διαδραματίζεται το έργο, την Κομάλα της επαρχίας Χαλίσκο, το οποίο είναι «ένα νεκρό χωριό όπυ ζουν μονάχα ψυχές, όπου όλα τα πρόσωπα είναι νεκρά….και καθώς πρόκειται για ένα χωριό όπου όλοι πέθαναν αμαρτωλοί, οι περισσότεροι επιστρέφουν. Κατοικούν και πάλι το χωριό, αλλά τώρα είναι ψυχές, δεν είναι ζωντανά πλάσματα». Πράγματι, το χωριό που βρίσκεται «πάνω στη χόβολη της γης, στο στόμα ακριβώς της Κόλασης» είναι ο πρωταγωνιστής, όπως συμβαίνει σε πολλά έργα όπου μια πόλη, ένα ερειπωμένο σπίτι που το βαραίνουν παλιές αμαρτίες, αποτελεί το κατ’ εξοχήν σκηνικό που πάνω του στήνεται ένα φασματικό έργο με πρωταγωνιστές σκιές, ήχους και λόγια από το παρελθόν, υπονοούμενα και μουρμουρητά (ο πρώτος τίτλος του βιβλίου του Ρούλφο), μυστικά και αμαρτίες. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Ρούλφο: «Ετούτο το χωριό είναι γεμάτο αντίλαλους. Μοιάζουνε φυλακισμένοι στις ρωγμές των τοίχων ή κάτω από τις πέτρες». Το σκηνικό που θυμίζει αρχαία τραγωδία αλλά τοποθετημένο στην ψυχή του μεξικάνικου πολιτισμού, ένας γιος που αναζητά κατόπιν εντολής  της μητέρας του τα ίχνη του πατέρα του, του Πέδρο Πάραμο, και φθάνει στο χωριό Κομάλα όπου οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς και που αποκαλύπτονται πάθη και αμαρτίες ριζωμένες στο παρελθόν, οι οποίες αναζητούν την εξιλέωση μέσω του λόγου, διότι ακόμα και σαν φασματικές ψυχές «που τριγυρνούν ελεύθερες στους δρόμους», έχουν ανάγκη να μιλήσουν και να αποκαλύψουν τις αμαρτίες, τις δικές τους ή των άλλων, αλλά κι έτσι ακόμα, ακούγεται σαν συνοδεία ο ήχος του μουρμουρητού.
Η ισπανική έκδοση

Ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι δεκτικό πολλών ερμηνειών και γι’ αυτό μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή. Υπάρχουν οπτικές που φωτίζονται διαφορετικά μετά από κάθε ανάγνωση, λεπτομέρειες που δεν προσέχτηκαν στην αρχή αλλά μόλις αποκαλυφθούν προσφέρουν περισσότερα κλειδιά για την κατανόηση του σκοτεινού έργου του Ρούλφο. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες δεν μπορούσε να κοιμηθεί προτού τελειώσει την δεύτερη ανάγνωση του «Πέδρο Πάραμο». Ήδη έχω μπει στην τρίτη σε διάστημα μιας εβδομάδας. 

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Δημήτριος Στανιλοάε: Η περί Θεού Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία

Δ. Στανιλοάε: Η περί Θεού Ορθόδοξη Δογματική Διδασκαλία, εκδ. Αρμός 2011
Η συγγραφή μιας συστηματικής έκθεσης της δογματικής διδασκαλίας της ορθόδοξης εκκλησίας φθάνει στο απόγειο της τον 8ο αιώνα με την "Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως" του Ιωάννη Δαμασκηνού. Φυσικά δογματική διδασκαλία βρίσκει κανείς σε όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο καθένας όμως είχε να αντιμετωπίσει στην εποχή του διαφορετικά προβλήματα και προκλήσεις τόσο από το εσωτερικό της Εκκλησίας όσο και εκτός αυτής. Συστηματική όμως καταγραφή με διαχωρισμό των κεφαλαίων της πίστης επιχειρεί ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Στη σύγχρονη εποχή, δηλαδή μετά τη δημιουργία της ελλαδικής εκκλησιαστικής αυτοκεφαλίας, τα κριτήρια για την οριοθέτηση της ορθοδοξίας είχαν αρχίσει να θαμπώνουν και γι' αυτοί πολλοί διαπρεπείς εκκλησιαστικοί παράγοντες μίλησαν για τη "βαβυλώνια αιχμαλωσία" της ορθόδοξης θεολογίας. Σ' αυτό το κλίμα εντάσσεται η Δογματική που έγραψε ο Χρήστος Ανδρούτσος (έκδοση 1907), την οποία ένας δυτικός θεολόγος μπορεί με ακρίβεια να θαυμάσει, όχι όμως και ένας θεολόγος της ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας. Ο σχολαστικισμός, ύψιστο δημιούργημα της λατινικής δύσης, γέμει τις σελίδες της. Η Δογματική του Παναγιώτη Τρεμπέλα (1952-53) διαφοροποιεί κάπως το κλίμα όσον αφορά την ένταση του σχολαστικισμού αφού η τρίτομη έκδοση είναι κατάφορτη με πατερικές παραπομπές αλλά υπάρχουν πολλά σημεία ακόμα, ας πούμε διανοητικής σύλληψης, που δεν θεωρούνται αμιγώς ορθόδοξα- για όλα αυτά έχουν μιλήσει και γράψει πολλές φορές και ο π. Μεταλληνός και ο Χρήστος Γιανναράς. Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς ότι την εποχή εκείνη, κυριαρχίας των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, αυτό μπορούσαν καλύτερο να κάνουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς. 
π. Δημήτριος Στανιλοάε
Η Δογματική του π. Ι. Ρωμανίδη άλλαξε εντελώς το κλίμα καθώς πλέον η έκθεση της πίστεως επέστρεψε στις πηγές της, δηλαδή στην πατερικότητα που σημαίνει κάθαρση, νίψη, φωτισμός. Στην ίδια παράδοση λοιπόν, αυτή της βιωμένης ορθοδοξίας, εντάσσεται και η Δογματική του κορυφαίου σύγχρονου θεολόγου της Εκκλησίας της Ρουμανίας π. Δημητρίου Στανιλοάε που δυστυχώς δεν υπάρχει ολόκληρη μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα παρά μονάχα το εισαγωγικό μέρος "Ο Θεός, ο Κόσμος και ο Άνθρωπος" και το πρώτο μέρος με τίτλο "Η περί Θεού ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία". Κάθε συγγραφέας, ακόμα και εκκλησιαστικός που εκ των πραγμάτων κινείται μέσα σε συγκεκριμένα όρια που θέτει η παράδοση της Εκκλησίας, προσθέτει τη δική του προσωπική σφραγίδα και δεν είναι η σκέψη του μια μιμητική επανάληψη ιδεών των παλαιότερων. Ο π. Στανιλοάε επισημαίνει τα αποφατικά θεμέλια της ορθόδοξης θεογνωσίας (γι΄αυτό κάνει διαρκές αναφορές στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και τον Άγιο Μάξιμο Ομολογητή), ωστόσο δεν αρνείται και την καταφατική θεολογία ερμηνεύοντας έτσι τον Αρεοπαγίτη: "Εάν όμως διαβάσουμε προσεκτικά τα έργα του, βλέπουμε ότι παντού συνδυάζει την αποφατική με την καταφατική γνώση, επειδή κι αυτός μιλάει για την πνευματική πρόοδο εκείνου που γνωρίζει τον Θεό". Στην αποφατική γνώση περί Θεού διακρίνει την τομή που χωρίζει ορθόδοξη και δυτική θεολογία λέγοντας πως "η αποφατική βίωση του θεού στη θεία Λειτουργία, στα μυστήρια, στις ακολουθίες , είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της Ορθοδοξία και υπερέχει από τη βίωση των δυτικών που είναι είτε λογική είτε συναισθηματική ή και τα δύο μαζί ταυτόχρονα". Την αλήθεια αυτή μπορούμε να τη διαπιστώσουμε μελετώντας είτε τα έργα του Θωμά Ακινάτη (λογική βίωση) είτε του Ιωάννη του Σταυρού και της Τερέζα της Άβιλα (συναισθηματική βίωση). Στις σελίδες που ακολουθούν αυτού του τόμου της Δογματικής του π. Δημητρίου, πολλές φορές η σκέψη του είναι καθαρά υπαρξιστική: θέτοντας ως σκοπό της ζωής την θέωση κατά χάρη, περιγράφει την ιστορία της αγάπης του τριαδικού Θεού προς τον άνθρωπο: "Ο όρος "Παντοκράτωρ" που προτιμάται στην Ανατολική Εκκλησία υπογραμμίζει ότι η παντοδυναμία του Θεού, σε σχέση με τον κόσμο, εξήλθε από την απροσδιόριστη κατάστασή της και ορίστηκε έναντι αυτού ως δύναμη, εκούσια και από αγάπη, στο επίπεδο αντοχής του κόσμου, υπέρ αυτού και όχι εναντίον του". Ο π. Δημήτριος Στανιλοάε δεν συνέθεσε τίποτα το περιττό μέσα στο περιεχόμενο της Δογματικής του.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Η αξιοπιστία ενός βραβείου μετάφρασης

Κάποτε, τα παλιά χρόνια, θα μπορούσε να γίνει και κανείς να μην το πάρει χαμπάρι επειδή ούτε τα μέσα υπήρχαν ούτε σοβαρός έλεγχος γινόταν. Να γίνει δηλαδή μετάφραση της μετάφρασης, όχι δηλαδή από το πρωτότυπο κείμενο, αλλά από δεύτερο "χέρι". Και πάλι, την εποχή εκείνη της πνευματικής και υλικής ένδειας αυτό δεν ήταν τόσο ηθικά κατακριτέο γιατί ο αναγνώστης αποκόμιζε κάποιο ψήγμα του εν λόγω βιβλίου και δεν παρέμενε στην άγνοια. Οι εποχές άλλαξαν και πλέον σε κάποιο επίπεδο μπορεί να γίνει έλεγχος, αλλά θα περίμενε κανείς αυτοί που απονέμουν βραβεία να είναι περισσότερο προσεκτικοί στις αξιολογήσεις τους- εκτός αν γνώριζαν αλλά δεν ανέμεναν ότι θα υπήρχε αποκάλυψη της εθελούσιας πλάνης στην οποία οδήγησαν το αναγνωστικό κοινό.
Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου,http://athensreviewofbooks.com/?p=1754 Το πιο ανησυχητικό είναι πως σχολιάζει επικριτικά και την αγγλική μετάφραση του Robert Chandler, την οποία διάβασα από τις εκδόσεις του New York Review Books, την μετάφραση δηλαδή που, σύμφωνα με την Ιωαννίδου, χρησιμοποίησε ο Μπλάνας για να "μεταφράσει" τον Γκρόσμαν. Έτσι ή αλλιώς μου είχε κάνει εντύπωση από την αρχή που τον Γκρόσμαν δεν τον μετέφρασε η Ιωαννίδου, η Μπακοπούλου ή ο Τριανταφυλλίδης, γνωστοί και δοκιμασμένοι μεταφραστές από τα ρώσικα- προτίμησα την αγγλική μετάφραση αλλά τελικά απ' ότι φαίνεται είναι η γαλλική που είναι πιο πιστή στο πρωτότυπο κείμενο.
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
από τις πιο γνωστές μεταφράστριες της ρωσικής γλώσσας, κυριολεκτικά ξεμπροστιάζει τις εκδόσεις "Γκοβόστη" (κρίμα....) και την επιτροπή που απένειμε το κρατικό βραβείο μετάφρασης στον Γιώργο Μπλάνα για τη μετάφραση του "Ζωή και Πεπρωμένο" του Βασίλι Γκρόσμαν. Η έρευνα της και το αποδεικτικό υλικό που προσκομίζει είναι καταλυτικά. Δυστυχώς πρόκειται περί μεταφραστικής απάτης. 
Πόση λοιπόν αξιοπιστία έχει ένα κρατικό βραβείο μετάφρασης; Ας συνυπογράψουμε τα λόγια με τα οποία κλείνει το κείμενο της η Ιωαννίδου: "Από την πλευρά μου θα ήθελα να συγχαρώ όποιον μειοψήφησε στην απονομή αυτού του κρατικού βραβείου και να καλέσω την επιτροπή στο σύνολο της να την αναθεωρήσει άμεσα, πριν την επίσημη απονομή του."

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Ρίτσαρντ Έβανς: Η έλευση του Τρίτου Ράϊχ

Richard Evans: The Coming of the Third Reich, Penguin 2004
Δεν έχει εξαντληθεί η ιστορική προσέγγιση και η καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στη μία από τις δύο λαίλαπες της ανθρωπότητας στον 20ο αιώνα, σ' αυτή της ναζιστικής Γερμανίας; Όσο υπάρχουν συνθέσεις σαν κι αυτή του Άγγλου ιστορικού Ρίτσαρντ Έβανς, η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Οι συνθετικές μελέτες μιας ολόκληρης περιόδου είναι κατ' αρχάς έργο κοπιώδες και απαιτητικό προκειμένου να τιθασευτεί όλο το υλικό της βιβλιογραφίας, που στην περίπτωση της τριλογίας του Έβανς εκτείνεται σε δεκάδες σελίδες.
Μια τέτοια συνθετική μελέτη, αν και ξεπερασμένη, ήταν "Η άνοδος και η πτώση του Τρίτου Ράϊχ" του Γουίλλιαμ Σίρερ, ενώ η πιο πρόσφατη του Ίαν Κέρσοου επικεντρώνεται περισσότερο στο πρόσωπο του Χίτλερ, γράφοντας την βιογραφία του δικτάτορα παρά αναλύοντας σε βάθος την ιστορική εξέλιξη και τη δομή του Τρίτου Ράϊχ όπως το επιχειρεί ο καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ Ρίτσαρντ Έβανς. Ήδη από την εισαγωγή του πρώτου αυτού τόμου ο Έβανς προειδοποιεί για την διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση που είχαν επιχειρήσει κάποιοι ιστορικοί για την ερμηνεία της ανόδου του ναζιστικού φαινομένου, αλλά όπως αναφέρει "πρέπει να διεισδύσουμε στο νου των ίδιων των ναζί" για να τους κατανοήσουμε, ένα εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό ιστορικό φαινόμενο που δεν είχε όμοιο του, ακόμα και αν την ίδια εποχή ο κόκκινος τρόμος βασίλευε στη Σοβιετική Ένωση- ο Έβανς επισημαίνει τη μοναδικότητα του ναζισμού και η κατανόηση του ως ιστορικού φαινομένου ανάγεται ως βασικός σκοπός της ιστορικής του έρευνας.
Ρίτσαρντ Έβανς
Αναλύοντας τις γερμανικές ιστορικές ιδιαιτερότητες από το 1871 ως το 1914, ο Έβανς επισημαίνει πως το συνταγματικό καθεστώς του Μπίσμαρκ δεν περιείχε καμιά "διακήρυξη αρχών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες", ένα γεγονός που είναι ιστορικά δικαιολογημένο καθώς το Ράϊχ δημιουργήθηκε χάρη στη στρατιωτική δύναμη και την στρατιωτική δράση, με συνέπεια να νομιμοποιηθεί η χρήση της βίας και της δύναμης προς εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων.Ενδημικές ταυτόχρονα την περίοδο αυτή ήταν οι τάσεις εθνικισμού, ρατσισμού και φανατικού αντισημιτισμού. Το σημείο καμπής της γερμανικής ιστορίας όμως στον 20ο αιώνα ήταν η ήττα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μια ήττα που ποτέ δεν πίστεψαν οι Γερμανοί πως ήρθε στο πεδίο των μαχών αλλά γερά εδραιωμένη στο συλλογικό εθνικό ασυνείδητο ήταν η θεωρία της πισώπλατης μαχαιριάς του εσωτερικού εχθρού. Βαθιά σημάδια όμως άφησε και η αποτυχημένη σοσιαλιστική επανάσταση των σπαρτακιστών τον Ιανουάριο 1919 που διαίρεσε ακόμα πιο βαθιά την γερμανική κοινωνία και πολιτική τάξη ανάμεσα στους εθνικιστές και στους κομμουνιστές.  Το βιβλίο όσο προχωρεί κανείς στην ανάγνωση του γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, η ιστορία είναι γνωστή αλλά η συστηματική καταγραφή των γεγονότων ίσαμε την άνοδο του Χίτλερ, η οποία δεν ήταν προδιαγεγραμμένη επιμένει ο Έβανς δημιουργεί συναισθήματα φόβου και τρόμου ακόμα και σήμερα- πώς είναι δυνατό αυτό το έθνος με την απίστευτη συνεισφορά σε κάθε τομέα του πολιτισμού να οδηγήσει εαυτόν και όλο τον κόσμο στην αφάνεια και την καταστροφή και μάλιστα αναδεικνύοντας τον Χίτλερ με δημοκρατικές διαδικασίες πρώτο κόμμα το 1933; Ο Έβανς προσφέρει κάποια συμπεράσματα που αξίζει να αναφερθούν: "Οι ρίζες της επιτυχίας των Ναζί βρίσκονταν στην αποτυχία του γερμανικού πολιτικού συστήματος να δημιουργήσει ένα βιώσιμο, εθνικό συντηρητικό κόμμα που θα ένωνε τόσο τους Καθολικούς όσο και τους Προτεστάντες στα δεξιά (σημαντικές είναι οι αναλύσεις του Έβανς για τη διαφορετική εκλογική συμπεριφορά των δύο αυτών κυρίαρχων εκκλησιαστικών δογμάτων), στην ιστορική αδυναμία του γερμανικού φιλελευθερισμού, στην πικρή μνησικακία σχεδόν όλων των Γερμανών για την ήττα στον πόλεμο και τους σκληρούς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, στον φόβο και στην έλλειψη προσανατολισμού που προκλήθηκε σε πολλούς Γερμανούς της μεσαίας τάξης από τον κοινωνικό και πολιτισμικό μοντερνισμό των χρόνων της Βαϊμάρης, και τον υπερπληθωρισμό του 1923". Ο ναζισμός δεν ήταν μονάχα ένα πολιτικό κίνημα, έστω ένα κίνημα διαμαρτυρίας που γεννήθηκε και ανδρώθηκε από τα προηγούμενα γεγονότα. Ήταν συγχρόνως ένα κίνημα που επιδίωκε να δημιουργήσει έναν καινούργιο κόσμο, έναν καινούργιο άνθρωπο, μια νέα ανθρώπινη φύση, ότι ακριβώς επιδίωκε για τους δικούς του λόγους να δημιουργήσει ο σοβιετικός σταλινισμός. Η κοσμοϊστορική αποστολή που αντιλαμβανόταν για τον εαυτό του ο Ναζισμός έφθανε στο σημείο, λέει ο Έβανς, στην καταστροφή του έργου της Γαλλικής Επανάστασης και στο "γύρισμα προς τα πίσω των δεικτών του ρολογιού, με την πολιτική έννοια του όρου, πολύ περισσότερο πίσω: στα πρώτα χρόνια του Μεσαίωνα.....Η Ναζιστική Επανάσταση έμελλε να είναι η κοσμοϊστορικών διαστάσεων άρνηση της Γαλλικής Επανάστασης, όχι η ιστορική της εκπλήρωση". Βασικό λοιπόν στοιχείο για τη ναζιστική κοσμοεικόνα δεν ήταν μονάχα η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, αλλά το αναποδογύρισμα όλων των επιτευγμάτων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στο ιδεολογικό και πολιτιστικό επίπεδο. Ο Ναζισμός ως κοσμοθεωρία ήταν μια συνολική απάντηση στα δομικά προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας μετά το 1918 στη βάση της έννοιας της φυλής, της κουλτούρας και της ιδεολογίας. Ο πρώτος τόμος της τριλογίας του Ρίτσαρντ Έβανς που διαβάζεται απνευστί σαν πολιτικό θρίλερ εκδόθηκε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Αλεξάνδρεια"
σε μια ιδιαίτερα πολυτελή έκδοση και σε πολύ καλή μετάφραση από τον Κώστα Αντύπα και επιμέλεια Κώστα Λιβιεράτου.

Πρόσωπο και Σταυρός: Συζητήσεις με τον π. Δημήτριο Στανιλοάε

π.Κόστα Ντε Μποργκάρ: Πρόσωπο και Σταυρός, Εκδόσεις Εν Πλω
Είναι δυστύχημα που η περίφημη "Ορθόδοξη Δογματική" της εμβληματικής μορφής της ρουμάνικης Ορθοδοξίας στον 20ο αιώνα, του π. Δημητρίου Στανιλοάε δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά ακόμα παρά μονάχα το πρώτο μέρος της. Οι εκδότες σοβαρών θεολογικών κειμένων θα άξιζε να επενδύσουν σε μια τέτοια μετάφραση καθώς είναι ελάχιστες οι περιεκτικές Δογματικές εξ ορθοδόξου απόψεως. Είναι πάντως ευτύχημα που οι εκδόσεις "Εν Πλω" κυκλοφόρησαν αυτή τη σειρά των σκέψεων του π. Στανιλοάε, οι οποίες έγιναν σ' ένα μοναστήρι κοντά στο Βουκουρέστι το 1981 ανάμεσα στον π. Στανιλοάε και τον Μαρκ Αντουάν Κόστα Ντε Μποργκάρ, Γάλλο με ρωμαιοκαθολική καταγωγή, αλλά από τη δεκαετία του 1970 ενταγμένο στην ορθόδοξη εκκλησία. Είναι σκέψεις του π. Δημητρίου τις οποίες ανέλαβε να επεξεργαστεί και να παρουσιάσει σε έντυπη μορφή ο Ντε Μποργκάρ, υπό την επίβλεψη και την τελική έγκριση του π. Στανιλοάε. 
Δημήτριος Στανιλοάε
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 15 κεφάλαια που καλύπτουν τις βασικές γραμμές της ορθόδοξης θεολογικής πνευματικότητας, δίχως τεχνική ορολογία ή ακαδημαϊκές παραπομπές σε πατερικά κείμενα ή συμβολικά και δογματικά μνημεία. Είναι σκέψεις βαθιές όμως, απόσταγμα προσευχητικής εμπειρίας και μελέτης, καρπός εμπειρίας στην εκκλησιαστική διακονία και εντρύφησης στην μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας. Είναι κείμενα που ξεκουράζουν τον αναγνώστη αλλά και τον κατηχούν συνάμα σε θέματα που ενδεχομένως τα γνωρίζει αλλά που προσφέρονται με τρόπο σαν τα βλέπει για πρώτη φορά. Είναι σαφώς κείμενα και στοχασμοί που μιλάνε για την θεολογική εμπειρία της Εκκλησίας όχι με στείρο τρόπο αλλά αναζωογονητικό και ουσιαστικό, όπως λέει ο π. Δημήτριος αναφερόμενος στην πρώιμη μαθητεία του στα θεολογικά γράμματα "επρόκειτο για έναν ορθολογισμό"- αυτόν τον ορθολογισμό ήθελε να αποφύγει στη μετέπειτα πορεία του, εστιάζοντας την προσοχή του στην σύζευξη δόγματος και πράξης στη ζωή της Εκκλησίας. Σημαντική πρωτοτυπία της παρούσας έκδοσης που μπορεί να χαρακτηριστεί εισαγωγή στην σκέψη του π. Δημητρίου είναι και η παράθεση προσευχητικών αναφορών μέσα σε πλαίσια που συνοδεύουν αρκετά σημεία του κειμένου, και όπως αναφέρει ο Βασίλης Αργυριάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα, αυτές οι αναφορές έγιναν "προκειμένου ο αναγνώστης να διευκολυνθεί στην προσπάθεια του να μετεξελιχθεί από παθητικό δέκτη σημασιών σε ενεργητικό ικέτη ευχών"

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Π.Σ.Δέλτα: Στα Μυστικά του Βάλτου

Στα Μυστικά του Βάλτου, εκδ. Εστία 2011
Ίσως είναι περισσότερο από 30 χρόνια που για τελευταία φορά διάβασα βιβλίο της Π. Δέλτα. Ήταν ένα καλοκαίρι, σε κάποιο νησί του Αιγαίου, που μέσα σε μία μέρα είχα διαβάσει το "Παραμύθι χωρίς όνομα", την ίδια στιγμή που ο φίλος μου εκείνου του καλοκαιριού καταβρόχθιζε με την ίδια ταχύτητα κάποιο άλλο βιβλίο. Δεν είχα στο πρόγραμμα μετά από τόσες δεκαετίες να ξαναδιαβάσω  Δέλτα, ωστόσο είχα παρακολουθήσει στο youtube μια συνέντευξη σε νέους του μητροπολίτη Πειραιώς, όπου στην ερώτηση για το τι διαμόρφωσε την προσωπικότητα του και την μετέπειτα πορεία του ανέφερε το βιβλίο "Στα Μυστικά του Βάλτου" το οποίο μάλιστα είπε πως το είχε διαβάσει σχεδόν τρεις χιλιάδες φορές και θα μπορούσε, φυσικά, να το γράψει ο ίδιος λέξη προς λέξη! Αυτή η απάντηση με ξάφνιασε καθώς τέτοιο αναγνωστικό ρεκόρ σε καμιά περίπτωση δεν κατέχω, ούτε μου είχε δημιουργηθεί ποτέ τέτοιο πάθος για ένα και μόνο βιβλίο. Ο μητροπολίτης Πειραιώς ανέφερε πως έψαχνε να βρει ηρωικά πρότυπα για τη ζωή του και η προσωπικότητα του βασικού πρωταγωνιστή του βιβλίου της Δέλτα, του Τέλου Αγαπηνού, του Καπετάν Άγρα, ήταν αυτή, ανάμεσα σε άλλες που διαμόρφωσε την δική του προσωπικότητα καθώς απάντησε στην αναζήτησή του για κάτι ηρωικό. Το πάθος του Πειραιώς λοιπόν ήταν το κίνητρο για να αγοράσω και να διαβάσω σχετικά γρήγορα το βιβλίο. Σ' αυτή του την επιθυμία για κάτι το ηρωικό θυμήθηκα τα δικά μου παιδικά χρόνια όπου ήταν φυσική επιθυμία η αναζήτηση και η ταύτιση με τέτοια πρότυπα. Σε ένα άλλο επίπεδο η παθιασμένη ανάγνωση των μικρών περιοδικών της "θρυλικής τετράδας" (Μικρός Σερίφης, Αρχηγός, Καουμπόι) απαντούσε σ' αυτή την επιθυμία για την κυριαρχία του νόμου και της ηθικής στον κόσμο, για την αναζήτηση μιας τάξης (εγκόσμιας στην αρχή, αργότερα υπερ-κόσμιας). Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν μια τέτοια αναζήτηση έχει νόημα σήμερα, και αν μπορεί να αναζωπυρωθεί με την ανάγνωση τέτοιων κειμένων σαν κι αυτό της Δέλτα. Για τα μάτια μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων, ένα τέτοιο ανάγνωσμα σήμερα στην καλύτερη των περιπτώσεων θα θεωρηθεί μια συντηρητική στροφή στο παρελθόν, μια ανεπιθύμητη υποχώρηση σε εθνικιστικές αξίες. Γαλουχημένοι σήμερα αρκετοί με ιδέες από την φιλελεύθερη δεξιά (ανεκτικοί στην πολυπολιτισμικότητα) και αριστερά (αναρχικές ή αντιεξουσιαστικές), τα "Μυστικά του Βάλτου" δεν κρύβουν κανένα μυστικό παρά μόνο εξύμνηση της ιδέας της Ελλάδας και του αγώνα για εθνική και εδαφική ολοκλήρωση μέσω της ενσωμάτωσης στο τότε διαμορφωμένο ελληνικό κράτος της περιοχής της Μακεδονίας. Γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του 1930 η Δέλτα είχε μπροστά της την προσπάθεια αμφισβήτησης της κυριαρχίας των Ελλήνων στην περιοχή της Μακεδονίας τόσο στο εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Τα γεγονότα που συνέβησαν μετά, η συμμαχία της Βουλγαρίας με τη ναζιστική Γερμανία, συνέβαλαν στη συνέχιση της αιμάτινης ιστορίας της Μακεδονίας και στη σφαγή των ελληνικών πληθυσμών- σε κάθε αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων, ο έχων την ισχύ επιβάλλει τις αξιώσεις του στο έδαφος και στους πληθυσμούς. Μ' αυτή την έννοια το βιβλίο της Δέλτα αποτελεί πολεμικό ανάγνωσμα που ξυπνά μνήμες και επιβάλλει στράτευση στο πλευρό των αγωνιζόμενων Ελλήνων, καθιστώντας το, ειδικά σήμερα, μια ηρωική καταγραφή της ιστορίας και των αγώνων που γράφτηκαν με αίμα. Σε περιόδους ειρήνης μια τέτοια ανάγνωση μοιάζει παράκαιρη, ειδικά αν έχει επικρατήσει η ιδεολογική ισοπέδωση και  η απώλεια αναζήτησης ηρωικών προτύπων αφιερωμένων σε κάποια ιδέα. Η ιδέα όμως δεν χάνεται ποτέ, αλλάζει μορφή, αλλά ποιά μπορεί να χαρακτηριστεί ηρωική σήμερα;
Πηνελόπη Δέλτα
Στον αγώνα των Ελλήνων κατά των Βουλγάρων και των Τούρκων στις αρχές του 20ου αιώνα για την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, η Δέλτα επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια ευρεία γκάμα από πρότυπα ανδρών και γυναικών που έδρασαν γύρω από τη μυθική περιοχή του Βάλτου της πρώην λίμνης των Γιαννιτσών, υπερασπιζόμενα την τιμή και αξιοπρέπεια του ελληνικού πληθυσμού, των Πατριαρχικών, έναντι των Εξαρχικών Βουλγάρων και των πάντα δολίων Τούρκων. Σ' αυτήν την περιγραφή δεν λείπουν οι αγριότητες και από τις δύο πλευρές, δεν είναι λίγες οι σκηνές που περιγράφονται βαρβαρότητες τις οποίες γεννούν τα οξυμένα εθνικά πάθη- είναι όμως ένα βιβλίο γραμμένο από τη σκοπιά των Ελλήνων, και της προσπάθειας να χαρακτηριστεί ο πόλεμος τους δικαιολογημένος και δίκαιος. Όπως λέει στο βιβλίο μια από τις πιο συγκλονιστικές μορφές, ο Γρέγος, "Κάθε αγώνας είναι άγριος...Πάντα! Δεν τα ξέρομε όλα του 21, γιατί εκείνοι που τα είδαν και όσοι τα έγραψαν παρέλειψαν στη διήγηση τους πολλές ασχήμιες ή μετρίασαν τις αγριότητες....το ίδιο θα γίνει σα γράψουν και για τούτον. Οι Βούλγαροι θα λεν πως εμείς ήμαστε θηρία, κι εμείς θα λέμε πως είμαστε άγγελοι. Και όμως όλοι - τ' ακούς- όλοι όσοι βγήκαμε σε αγώνα, αναγκαστήκαμε να χύσομε αίμα, άλλος άδικα, άλλος δίκαια. Μα όλοι οι αγώνες είναι άγριοι. Ή θα σκοτώσεις ή θα σε σκοτώσουν. Και τα μέσα που μεταχειρίζεται ο εχθρός, θες δε θες, θα τα μεταχειριστείς κι εσύ, αν δεν θες να εξουδετερωθείς". Η αναφορά αυτή της Δέλτα, δια στόματος Γρέγου, συνοψίζει την ηθική του πολέμου, όσο δίκαιος και αν είναι , όσο δίκαια αν είναι τα αιτήματά του, έχει ως κοινό σημείο την βαρβαρότητα των μέσων που χρησιμοποιούν δίκαιοι και άδικοι για να πετύχουν τον σκοπό τους. Αλλά πέρα απ' αυτήν την αδυσώπητη πολεμική λογική που εξισώνει τις αντιμαχόμενες πλευρές και ισοπεδώνει την αξία των σκοπών που μάχεται κανείς, αναδύεται κάποια στιγμή μια μορφή που ανατρέπει τη λογική, παρουσιάζοντας ενώπιον του Παγκόσμιου Δικαστηρίου την μορφή του αμνού που έρχεται για να προσφέρει την καταλλαγή και την ειρήνευση: στο έργο της Δέλτα αυτή είναι η προσωπικότητα του Τέλου Άγρα όπου σε μια έκλαμψη (που ωστόσο, αν αφήσουμε κατά μέρος, προς στιγμήν, την μεταφυσική εξήγηση, εντάσσεται σε μια σαφώς διαφορετική πολιτική λογική) του, διαφοροποιείται από την πολεμική έξαρση και αναζητεί τη συμφιλίωση με τους Βουλγάρους πάνω στη λογική του κοινού σκοπού και των κοινών μεταφυσικών αρχών: "Οχι, δεν θα μπορέσει πια να πιάσει πόδι η άγρια εκδίκηση, αν μια φορά γευθούν ειρήνη και αδελφοσύνη οι πολυτυραννισμένοι μακεδονικοί πληθυσμοί". Και όταν οι προεστοί ξαφνιασμένοι ψελλίζουν ένα "αλλά...", ο Άγρας δεν τους αφήνει περιθώριο για δεύτερες σκέψεις: "Αφήσετε τα αλλά! Προπαγανδίζετε το Ευαγγέλιο, τη συγχώρεση, την αγάπη, και θα πεισθούν όλοι πως μόνο με τη συμφιλίωση και τη συνεργασία όλων των Χριστιανών θα ελευθερωθεί μια μέρα η Μακεδονία".
Μάχη με πλάβες στον Βάλτο.
Σαν άλλος Ρήγας Φεραίος ο Άγρας οραματιζόταν την βαλκανική κοινοπολιτεία και συναδέλφωση των βαλκανικών ομόδοξων λαών και τη λύση της ενότητας μεταξύ τους. Τελικά είναι το "αλλά" των προεστών που δικαιώθηκε από τη συνέχεια των πραγμάτων. Η θυσία του Άγρα, η άγρια δολοφονία του από τον Βούλγαρο Ζλάταν που αργότερα και ο ίδιος θα υποκύψει από δολοφονικό χτύπημα ελληνικού χεριού, εντάσσεται στη μακρά σειρά των θυσιών του αμνού μέσα στην ιστορία, αφήνει όμως σπόρο, όπως και ο Ιησούς, ο οποίος με τα λόγια του Άγρα "για μια πίστη μαρτύρησε". Όπως λέει και ο Απόστολος Δοξιάδης στο επίμετρο του βιβλίου ο Άγρας είναι ο ιδανικός ήρωας γιατί "έζησε λίγο, και σε απόλυτη ένταση, όπως η επαφή της Δέλτα με τον Δραγούμη......είναι καθαρά και γνήσια παιδική η ελπίδα του Άγρα ότι Έλληνες και Βούλγαροι ξαφνικά θα φιλιώσουν και θα συμμαχήσουν, επειδή αυτός το επιθυμεί". Ιδωμένη σε πλαίσια που τα καθορίζει η μεταφυσική ελπίδα και πίστη, με αναγωγή στην θυσία του Ιησού, το ιδανικό του Άγρα μοιάζει όντως ανέφικτο, αλλά εντούτοις μπορεί να το δει κανείς πως εντάσσεται σε μια διαφορετική πολιτική στρατηγική και δεν είναι μια ουτοπία απλώς, καθώς δεν μίλησε για την καθολική αγάπη και συμφιλίωση Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων, αλλά μόνο για τους δύο πρώτους εναντίον των αλλόθρησκων καταπιεστών Τούρκων. Μ' αυτή την έννοια η θυσία του Άγρα δεν βαραίνει την ίδια την ιδέα του, αλλά την πολιτικά κοντόφθαλμη αντίληψη των Βουλγάρων. Γεμάτο ηρωισμό, βαρβαρότητα, χαρακτήρες που μένουν για πολύ καιρό στη μνήμη, τα "Μυστικά του Βάλτου" είναι ένα ανάγνωσμα με αναγωγικές ιδιότητες, όπως πρέπει να χαρακτηρίζει ένα έργο τέχνης.