Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Δύο μικρά σύγχρονα συναξάρια

Τα δύο σύγχρονα συναξάρια
Κάποια από τα βιβλία του π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Πριν από αρκετά χρόνια οι καλές και θεολογικά έγκυρες εκδόσεις "Εν Πλω" κυκλοφόρησαν δύο μικρά βιβλιαράκια για δύο μεγάλες προσωπικότητες της ορθόδοξης εκκλησίας και θεολογίας, τον π Αλέξανδρο Σμέμαν και τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Το πρώτο είναι γραμμένο από τον π. Γεώργιο Μπασιούδη (επιμέλεια Βασίλης Αργυριάδης) και παρακολουθεί τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του π. Σμέμαν, αυτής της ανεπανάληπτης μορφής της σύγχρονης εκκλησίας, στο έργο του οποίου συνεχώς πρέπει να εμβαθύνουμε. Από όλα τα έργα που έχω διαβάσει το "Ημερολόγιο" , αυτό που φανερώνει τις πιο προσωπικές στιγμές του π. Αλέξανδρου, γραμμένο σε βαθύ εξομολογητικό τόνο, είναι το περισσότερο αγαπημένο. Η θεολογία του βασίζεται σε μια οντολογική κατανόηση της Ευχαριστίας την οποία τοποθετεί στο επίκεντρο της ζωής του πιστού, γι' αυτό και εκεί που ιερουργούσε, στην Αμερική κυρίως, η συμμετοχή στο μυστήριο ήταν καθολική, κάτι δυστυχώς που δεν παρατηρείται στις λειτουργική ζωή της ελληνικής εκκλησίας. Η ελάχιστη συμμετοχή των πιστών στο μυστήριο των μυστηρίων μήπως σημαίνει τελικά την μεταμόρφωση της εκκλησιαστικής λατρείας σε απλή συμμετοχή σε μια παράσταση και όχι σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή κοινωνία; Στα βιβλία του π. Αλέξανδρου αυτά τα θέματα συζητιούνται και αναλύονται σε βάθος. Το δεύτερο σύγχρονο συναξάρι αφορά σε μια μορφή που ομολογώ δεν γνώριζα, στον επίσκοπο της εκκλησίας της Σερβίας Νικόλαο Βελιμίροβιτς, μια μορφή που θεμελίωσε την σύγχρονη πνευματικότητα της ομόδοξης χώρας επηρεάζοντας πλήθος πιστών και σπουδαίων θεολόγων όπως του π. Ιουστίνου Πόποβιτς. Ο Επίσκοπος Νικόλαος αξίζει να μελετηθεί και ευτυχώς πάμπολλα έργα του κυκλοφορούν στα ελληνικά, μεταξύ των οποίων το πολύτομο "Πρόλογος της Αχρίδας".Μόνο ως δώρα του Κυρίου στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να χαρακτηριστούν αυτές οι αγιασμένες μορφές της εκκλησίας, η προσπάθεια μίμησης των οποίων αποτελεί ασφαλή οδοδείκτη.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Το μικρό βιβλιοπωλείο στη στοά Broadway

Η στοά Broadway γνώρισε την ακμή της στις δεκαετίες 70 και 80 όταν λειτουργούσε με πλήθος μαγαζιά, θέατρα και κινηματογράφο. Τα εμπορικά μαγαζιά ήταν από καταστήματα που πουλούσαν ρούχα, καφετέριες, δισκάδικα. Στην τελευταία κατηγορία θυμάμαι ένα δισκάδικο με ονομασία Take Five, όπου εξυπηρετούσε μια ευγενική ηλικιωμένη κυρία, και από κει είχα αγοράσει το πρώτο βινύλιο κλασικής μουσικής, τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Φυσικά ο ναός ήταν ο κινηματογράφος, χειμερινός και θερινός, Μπρόντγουεϊ. Μια επιβλητική μεγάλη αίθουσα, όπου στους τοίχους της κρέμονταν καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις μορφών του παγκοσμίου σινεμά. Η κρίση σιγά σιγά έκλεισε τα περισσότερα καταστήματα, αλλά ήδη από τη δεκαετία του 90 είχε ξεκινήσει η παρακμή. Αν δεν υπήρχε και το θέατρο της Κάτια Δανδουλάκη και αυτό του Μπρόντγουεϊ, εκεί όπου παλιότερα ήταν το σινεμά, δεν θα υπήρχε ζωή στη στοά. Η παρακμή της στοάς ακολούθησε την παρακμή της οδού Πατησίων, κυρίως εκείνου του κομματιού που εκτείνεται από το ύψος του ΟΤΕ ως την Πλατείας Αμερικής όπου υπήρχαν καλά εμπορικά καταστήματα αλλά και πλήθος κινηματογράφων. 
Η κρίση όμως δεν κατάφερε να σκοτώσει την ψυχή της στοάς, η οποία είναι το μικρό, ίσως το μικρότερο βιβλιοπωλείο της Αθήνας που βρίσκεται στην αρχή της εισόδου της οδού Αγίου Μελετίου. Το θρυλικό αυτό βιβλιοπωλείο υπάρχει από τη δεκαετία του 70, τουλάχιστον αυτό εγώ θυμάμαι, και το λειτουργούσε ένας ευθυτενής σοβαρός κύριος, ο πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη. Χαρακτηριστικό του βιβλιοπωλείου είναι ο εξαιρετικά μικρός εσωτερικός χώρος, ίσα ίσα χωράνε άνετα 2 άτομα, αλλά οι τεράστιες βιτρίνες, όπου στην ακμή του βιβλιοπωλείου μπορούσες να χαζέψεις το σύνολο της εκδιδόμενης βιβλιοπαραγωγής. 
Στη δεκαετία του 70 οι βιτρίνες του κυρίως περιείχαν βιβλία μαρξιστικού περιεχομένου και επιστημονικής φαντασίας, όπως ήταν η μόδα εκείνη την εποχή. Η επιβίωση αυτού του βιβλιοπωλείου αποτελεί επιχειρηματικό και εμπορικό παράδοξο. Κατάφερε να αντέξει στην κρίση και να μείνει όρθιο, σε μια περιοχή υποβαθμισμένη που όμως το έχει ανάγκη γιατί τι άλλο εκτός από ένα βιβλίο ανοίγει τον κόσμο, χάρη στην προσωπικότητα του σημερινού διαχειριστή του. Χρησιμοποιώ τη λέξη διαχειριστής και όχι ιδιοκτήτης ή βιβλιοπώλης γιατί θέλω να κυριολεκτήσω. Οι τελευταίες εμπεριέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο η πραγματικότητα στην περίπτωση αυτή αναγνωρίζει το εμπορικό, επιχειρηματικό στοιχείο. Αλλά η έννοια του διαχειριστή φέρει εντός της τη νοικοκυροσύνη, και στο χώρο του βιβλίου αυτό προϋποθέτει την αγάπη. Δίχως αυτή την αγάπη για το βιβλίο του συγκεκριμένου διαχειριστή, το μικρό βιβλιοπωλείο θα είχε βάλει λουκέτο. Και εκεί που φαινόταν αυτό πιθανό, μια επιχειρηματική έκλαμψη, του έδωσε πολλά χρόνια ζωής ακόμα. 
Κατάφερε και έπεισε εκδοτικούς οίκους να του δώσουν σε πολύ χαμηλή τιμή βιβλία που δεν μπορούσαν οι ίδιοι να διαθέσουν και τα μεταπωλούσε σε εξίσου χαμηλές τιμές. Αυτή η απλή κίνηση διέσωσε την ύπαρξη του βιβλιοπωλείου, αλλά δεν θα αρκούσε ούτε αυτή αν ο διαχειριστής του δεν ήταν κατά βάση ασκητικός τύπος που έχει περιορίσει τα λειτουργικά έξοδα του μαγαζιού αλλά, κυρίως, τα δικά του προσωπικά, συνιστώντας έτσι τον τύπο του αληθινού διανοούμενου που ζει για τα βιβλία. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός και δεν θα δεχόταν αυτό τον χαρακτηρισμό. Ίσως γιατί δεν έχει γράψει ο ίδιος. Ναι, αλλά πόσο έχει διαβάσει (πόσοι τέτοιοι βιβλιοπώλες υπάρχουν σήμερα ;) και για πόσα θέματα μπορεί να σου μιλήσει, και όχι μόνο από τον χώρο της γνώσης αλλά και του κινηματογράφου, το δεύτερο μεγάλο του πάθος και ίσως το μοναδικό προσωπικό του έξοδο. Κάθε βιβλίο που διαβάζει δεν το διαπερνά απλώς αλλά ξεσκίζει τις σάρκες του σημειώνοντας παντού, υπογραμμίζοντας ολόκληρες φράσεις τις οποίες σαν μικρό παιδί που ενθουσιάζεται με μια καινούργια αποκάλυψη θέλει να την μοιραστεί μαζί σου. 
Σ' αυτό το μικρό ξέφωτο γνώσης μαζεύονταν κατά καιρούς διάφοροι φίλοι του βιβλίου και διασταύρωναν απόψεις, κρίσεις και γνώμες: από τις πηγές της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Ντοστογέφσκι ως αναλύσεις γύρω από την φιλοσοφία του Ρενέ Ζιράρ, τις έριδες στο Βυζάντιο ως θέματα νεοελληνικής ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας, όλα τα θέματα συζητήθηκαν πολλάκις με διαφορετικά πάνελ συζητητών. Η μικρή συντροφιά του μικρού βιβλιοπωλείου της στοάς Μπρόντγουεϊ. 
Αν υπάρχει παράδεισος, αυτός θα αποτελείται από στοίβες βιβλίων,
Ο αληθινός Παράδεισος στο εσωτερικό του βιβλιοπωλείου.
σαν κι αυτές που υπάρχουν στο μοναχικό κελί-μαγαζί του ασκητή διαχειριστή-βιβλιοπώλη του βιβλιοπωλείου της Στοάς Μπρόντγουεϊ. Αλλά ώσπου να τον βρούμε, ας αρκεστούμε σ' αυτόν τον παράδεισο των βιβλίων που έχουμε ενώπιον μας, στον χώρο αυτόν που περάσαμε σχεδόν όλα τα χρόνια της νεότητας μας δίχως να το μετανιώσουμε ούτε λεπτό.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Ζήτω του Καραμάζοβ!

Λίγο πριν την Ανάσταση του Χριστού λέγονται πολλοί και διάφοροι λόγοι, αλλά λίγοι μπαίνουν τόσο βαθιά στο νόημα της εκ των νεκρών ανάστασης, και της καθολικής σημασίας της για όλους, όσο οι τελευταίες σελίδες των "Αδελφών Καραμάζοβ", εκεί όπου ο μοναχός Αλιόσα Καραμάζοβ μιλά για τον μικρό Ηλιούσα. Προσπαθεί να δώσει λόγο παρηγορητικό στους φίλους και τους γνωστούς του, και τότε πετάγεται ο Κόλια και γεμάτος προσμονή ρωτά τον Αλιόσα:
Καραμάζοβ!- φώναξε ο Κόλια- ώστε στ' αλήθεια λέει η θρησκεία πως όλοι μας θα σηκωθούμε από νεκροί και θα ξαναζήσουμε και θα ξαναδούμε πάλι ο ένας τον άλλον, και όλους και τον Ηλιούσετσκα;

Και ο Αλιόσα, "μισογελώντας, μισοενθουσιασμένος" απάντησε στον Κόλια:
Το δίχως άλλο θ' αναστηθούμε, το δίχως άλλο θα τον δούμε, και χαρούμενα, εύθυμα θα διηγηθούμε ο ένας στον άλλο όλα όσα γίνανε.

 Τον επιβεβαιώνει τον Αλιόσα ο Απόστολος Παύλος: "Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο" (Α' Κορ. 15,20). Τα παιδιά που είχαν μαζευτεί δίπλα στον Αλιόσα ενθουσιασμένα μόλις ακούν πως δια της εκ νεκρών αναστάσεως θα ξαναδούν τον φίλο τους τον Ηλιούσα, αναφωνούν: Ζήτω του Καραμάζοβ! 

Πραγματικά! "Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου άδη, το νίκος"; (Α' Κορ 15,55). Θα έλθει και πάλι ο Ηλιούσα, αυτή είναι μια υπόσχεση που θα πραγματωθεί. Ήξερε από θεολογία ο Ντοστογέφσκυ.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

George R.R.Martin: A Game of Thrones

Κανόνας πρώτος: Μην εμπιστεύεσαι τον θόρυβο που γίνεται για ένα βιβλίο. Κανόνας δεύτερος κ.ο.κ: Επανάληψη του πρώτου κανόνα.
Είχα αποφασίσει να μην δω τη σειρά στην τηλεόραση για να έχω την έκπληξη της ανακάλυψης της ιστορίας από το κείμενο. Προφανώς λειτούργησε μέσα μου η κοινή πεποίθηση πως οι μεταφορές στην οθόνη αδικούν τον γραπτό μυθιστορηματικό λόγο. Έπεσα και σ' αυτό έξω.

Το πρόβλημα με τον Μάρτιν είναι πως ο κόσμος που δημιουργεί δεν πείθει πως είναι ένας κόσμος φαντασίας, αλλά η μετάπλαση του ιστορικού πολέμου των ρόδων σε μια τύποις μόνο αφήγηση χιλιάδων σελίδων φαντασίας. Κάποιοι ευφάνταστοι (διαθέτοντας προφανώς μεγαλύτερη φαντασία από τον Μάρτιν) ισχυρίζονται πως είναι ο νέος Τόλκιν. Δεν είναι ιεροσυλία να αναζητάς τον ή τους διαδόχους του δασκάλου, αλλά η πραγματικότητα απέχει πολύ από μια τέτοια διαπίστωση. Ο Τόλκιν δημιουργεί έναν κόσμο εκ του μηδενός, η μυθολογία του είναι περισσότερο πειστική, δεν κουράζει τον αναγνώστη, ενώ, το βασικότερο, έχει ήρωες με τους οποίους μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Οι ιστορίες του Τόλκιν μπορούν να χαρακτηριστούν ιστορίες φαντασίας, δεν γράφει εναλλακτική ιστορία χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της φαντασίας. Αντίθετα ο Μάρτιν μεταστοιχειώνει τους ιστορικούς  οίκους των βασιλιάδων και των ευγενών της μεσαιωνικής Αγγλίας σε ένα περίεργο υβρίδιο που απουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, οποιοδήποτε στοιχείο φαντασίας. Με τους ήρωες του Μάρτιν είναι αδιανόητη η οποιαδήποτε ταύτιση, δεν μπόρεσα να βρω κάτι θετικό σε κανέναν για να μ' ενδιαφέρει η εξέλιξη τους. 
Είναι και η δομή του βιβλίου εξίσου προβληματική. Χωρισμένο σε κεφάλαια ανάλογα με το πρόσωπο του χαρακτήρα, δεν πείθει πως το βιβλίο ήταν γραμμένο ως πεζός λόγος αλλά σαν επεισόδια για την τηλεόραση, απουσιάζει η θεματική ενότητα, ίσως γιατί ο συγγραφέας να ήθελε να δείξει από διάφορες οπτικές την ίδια ιστορία. Αυτό όμως είναι εντελώς κουραστικό γιατί αισθάνεσαι πως διαβάζεις συνέχεια το ίδιο πράγμα και η ιστορία δεν εξελίσσεται καθόλου, ενώ εκεί που σε αφήνει νοκ-άουτ είναι όταν αντί να μιλήσει πιο δεμένα για τον μύθο καταπιάνεται με ανούσιες λεπτομέρειες που δεν ενδιαφέρουν κανένα. Η ονείρωξη των συγγραφέων φαντασίας είναι η δημιουργία χιλιάδων χαρακτήρων και λεπτομερειών που απαιτούν τρομερή αυτοσυγκέντρωση από πλευράς του αναγνώστη για να μην απολέσει το λεπτό νήμα που συνδέει την ιστορία με τους διάφορους χαρακτήρες. Κάποιοι όμως το παρακάνουν, κυρίως αυτό ισχύει στις πολύτομες σειρές σαν του Μάρτιν (υπάρχουν και άλλοι τρελαμένοι που γράφουν τόμους πάνω στον ίδιο καμβά , προφανώς λόγω έλλειψης φαντασίας για να πλάσουν κάτι διαφορετικό), όπου ο αναγνώστης είναι αναγκασμένος να καταφεύγει στον κατάλογο των χαρακτήρων και των εκπροσώπων των οίκων για να θυμάται την ιδιότητα των πρωταγωνιστών. Σε πολλές κριτικές γίνεται αναφορά στις συνθήκες ακραίας βίας που περιγράφει  ο Μάρτιν, στους βιασμούς παιδιών και γυναικών κλπ. Δεν μ' ενόχλησαν αυτά διότι έπρεπε, ελλείψει κάποιου συνεκτικού μύθου, ο συγγραφέας να γράψει κάτι εντυπωσιακό που να εντυπωθεί στο μυαλό του αναγνώστη. 

Το είδος της φανταστικής λογοτεχνίας, λόγω των πολλών κλισέ που διαθέτει, έχει πολλούς συγγραφείς που το διακονούν αλλά ελάχιστα μεγάλα ταλέντα. Ένα σπαθί και ένας δράκος που πετά φωτιές δεν αρκούν για να γραφεί έναν καλό μυθιστόρημα φαντασίας- βέβαια, είναι προτιμότερα αν υπάρχουν μόνο αυτά, από τον κόσμο του Μάρτιν που, όπως προείπα, μετέγραψε ένα ιστορικό γεγονός σε φανταστική αφήγηση, αλλά αυτό δεν  ανήκει στο χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού αλλά στην κακή λογοτεχνία, διότι είναι απάτη και φανερώνει προσπάθεια να οικειοποιηθεί ένα είδος που δεν κατέχει (κάτι ανάλογο κάνει και ένας άλλος απατεωνίσκος που και γι' αυτόν γράφουν πως είναι διάδοχος του Τόλκιν, ο Gay Gavriel Kay, μόνο που αυτός είναι πιο ευγενικός με τον αναγνώστη και δεν τον αποτελειώνει γράφοντας χιλιάδες σελίδες για το ίδιο θέμα, αλλά διαφορετικά βιβλία εναλλακτικής ιστορίας τα οποία τα ονομάζει φαντασίας, αλλά ούτε αυτά δεν είναι βέβαια).
Θέλεις να διαβάσεις καλή φαντασία (αναφέρομαι πρωτίστως στον εαυτό μου): διάβασε και ξαναδιάβασε Τόλκιν. Θέλεις να διαβάσεις κάτι άλλο πέρα από Τόλκιν; Απέφυγε τις πολύτομες σειρές, φανερώνουν έλλειψη δημιουργικότητας από τον συγγραφέα. Θέλεις να διαβάσεις καλή φαντασία; Απέφυγε την μεταστοιχειωμένη ιστορία, είναι καλύτερο ένα ιστορικό βιβλίο για την ίδια εποχή παρά μια δήθεν φανταστική αφήγηση για την ίδια ιστορία. Θέλεις καλή φαντασία; Κοίταξε κυρίως την Επιστημονική Φαντασία ( κι αυτή έχει κλισέ, αλλά καλύτερους συγγραφείς), και κυρίως τα μαστόρια  που θεωρούνται πατέρες του είδους όπως ο Πόε, ο Λάβκραφτ και κάποιοι άλλοι ακόμα (υπάρχουν και σύγχρονοι) που περιμένουν τη σειρά τους να τους διαβάσουμε και να μας μεταφέρουν στον κόσμο τους. 

Μακριά όμως από απατεώνες τύπου Μάρτιν.
Το ανησυχητικό είναι πως δεν έχει τελειώσει τη σειρά του!

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ισαάκ Ασίμοφ: Εγώ, το Ρομπότ

I Robot (Harper Voyager, 2013)
Ο Ασίμοφ δεν έχασε ποτέ τη γοητεία του. Μπορεί να έχει θαμπώσει ίσως, πέρασαν και τα χρόνια και εμφανίστηκαν νέα μαστόρια του είδους, αλλά όταν θες να επιστρέφεις στις πηγές της Επιστημονικής Φαντασίας, παρακλάδι της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, επιστρέφεις αναγκαστικά στους τρεις κυριότερους εκπροσώπους της, Ασίμοφ, Κλαρκ, Χάϊνλαϊν. Ευτυχώς που στην Ελλάδα υπήρχε ο Μάκης Πανώριος ο οποίος μετέφρασε σημαντικά κείμενα και έγραψε δικά του έργα αλλά και δοκίμια γύρω απ' αυτό το παρεξηγημένο είδος της Λογοτεχνίας του Φανταστικού που, όπως σε κάθε είδος γραφής, βρίσκεις αρκετά σκουπίδια αλλά και μεγάλα έργα που δικαιωματικά μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία "αριστουργήματα".
Σε μια τηλεοπτική του εκπομπή ο μέγιστος των φιλολόγων Ρένος Αποστολίδης είχε πει πως για να έχει αξία το φανταστικό, εκεί φαίνεται ο μεγάλος μάστορας του είδους, θα πρέπει να είναι βουτηγμένο στο ρεαλιστικό. Ο Ασίμοφ στην συλλογή διηγημάτων "Εγώ, το Ρομπότ" πετυχαίνει την αλληλοπεριχώρηση των δύο δυνατοτήτων της γραφής χρησιμοποιώντας το επιστημονικό φανταστικό για να μιλήσει για πολύ σημαντικά θέματα, όπως η πολιτική, η θρησκεία, η οικονομική ανάπτυξη, ο ρόλος της τεχνολογίας, που βασίζονται στο ρεαλιστικό. Απ' αυτήν την άποψη διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά και κάποια επικαιρότητα, ειδικά σε κάποια σημεία που συζητιούνται ακόμα και σήμερα.
Θα έλεγα πως η συλλογή των 9 διηγημάτων που απαρτίζουν το βιβλίο (πρώτη έκδοση σε ένα τόμο το 1950, αλλά είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται σε διάφορες επιθεωρήσεις στη δεκαετία 1940) ακολουθεί μια νοηματική πορεία από τα πιο απλά διηγήματα στα πιο σύνθετα. Κεντρικός πρωταγωνιστής είναι η Σούζαν Κάλβιν η οποία εργάζεται στην εταιρεία US Robot and Mechanical Men με την ειδικότητα του ρομποτοψυχολόγου. Κάθε διήγημα είναι μια διαφορετική ρομποτική αφήγηση στην οποία πρωταγωνιστεί ένα ρομπότ. Η πρωτοτυπία του Ασίμοφ έγκειται στην εφαρμογή των τριών νόμων της ρομποτικής, βάσει των οποίων η Σούζαν Κάλβιν και οι εκάστοτε συνομιλητές της προσπαθούν να επιλύσουν θέματα που αναφύονται λόγω της συμπεριφοράς των ρομπότ. Όπως διαβάζουμε στο "Εγχειρίδιο της Ρομποτικής" οι τρεις θεμελιώδεις νόμοι είναι οι εξής: (1)- Ένα ρομπότ δεν θα επιφέρει τραυματισμό σε ένα ανθρώπινο ον ή, λόγω αμέλειας, δεν θα επιτρέψει την βλάβη σ' ένα ανθρώπινο ον. (2)- Ένα ρομπότ οφείλει να υπακούει τις εντολές που του δίνουν τα ανθρώπινα όντα εκτός αν αυτές οι εντολές έρχονται σε αντίθεση με τον Πρώτο Νόμο. (3)- Ένα ρομπότ οφείλει να προστατέψει την δική του ύπαρξη, όσο διάστημα η προστασία αυτή δεν συγκρούεται με τον Πρώτο ή τον Δεύτερο Νόμο. Αυτοί οι τόσο συμμετρικά δομημένοι τρεις νόμοι, και η λογική τους ακολουθία, δημιουργούν ουκ ολίγα προβλήματα στα υποτίθεται ανώτερα νοήμονα όντα που είναι οι άνθρωποι , προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την συμπεριφορά εκ πρώτης όψεως αλλόκοτη ή ακόμα και επιβλαβής γι' αυτά των ρομπότ, όμως ο Ασίμοφ με αξεπέραστη μαεστρία κατευθύνει στα ακρότατα λογικά όρια, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια των τριών ρομποτικών νόμων τη δράση των ρομπότ. Στο πρώτο διήγημα που αφηγείται τη ζωή του ρομπότ Ρόμπι, η μικρή Γκλόρια που ίσως και λόγω της ηλικίας της είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση των τριών ρομποτικών νόμων καλύτερα από τους ανησυχούντες ενηλίκους: "Δεν ήταν μια όχι μηχανή, κραύγασε δυνατά και δίχως γραμματικούς κανόνες...Ήταν ένα πρόσωπο όπως εσείς και εγώ και ήταν ο φίλος μου". Στο δεύτερο διήγημα με τίτλο Πηγαινέλα ο κεντρικός πρωταγωνιστής ομολογεί πως η παράξενη συμπεριφορά του ρομπότ Σπίντυ ήταν σύμφωνη και με τους τρεις νόμους, αλλά για να τον κατανοήσουν "έπρεπε να βγούμε από το πλαίσιο και των τριών νόμων". Από το τρίτο διήγημα ξεκινά η φιλοσοφική μεθερμηνεία των τριών νόμων της ρομποτικής. Το ρομπότ Κιούτι είναι το πρώτο που δείχνει ενδιαφέρον για την ύπαρξη του, και σε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιχειρημάτων δημιουργήματος προς τον υποτιθέμενο κύριο του δημιουργήματος αναφωνεί "Δεν αποδέχομαι τίποτα επί τη βάσει της αυθεντίας. Μια υπόθεση πρέπει να στηρίζεται στη λογική, διαφορετικά είναι άχρηστη- και έρχεται σε αντίθεση με όλους τους κανόνες της λογικής να υποθέτεις ότι εσύ με έφτιαξες". Η προσπάθεια ταπείνωσης της λογικής του ανθρώπου από τη λογική των ρομπότ είναι καταφανής σ' αυτό το διήγημα, καθώς ο Κιούτι, που δεν ξεφεύγει από τους τρεις νόμους, λέει στο ανθρώπινο ον πως δεν είναι αυτός ο δημιουργός των ρομπότ αλλά αυτός που απλά συναρμολόγησε τα κομμάτια τους τα οποία , ωστόσο, "δημιουργήθηκαν από τον Κύριο" (Master).
Το προτελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Αποδεικτικό Στοιχείο" είναι και το πιο πολιτικό, εκεί όπου ο Ασίμοφ χρησιμοποιώντας τους ρομποτικούς νόμους παραδίδει μαθήματα πολιτικής ηθικής και ορθού λόγου. Ο τρόπος που διέπει την ύπαρξη των ρομπότ, οι τρεις νόμοι, μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν υπόδειγμα συμπεριφοράς και δράσης για τα ανθρώπινα όντα: "Για να το θέσω απλά, αν ο Μπήρλεϊ (το νομιζόμενο ρομπότ του διηγήματος) ακολουθεί όλους τους νόμους της ρομποτικής, τότε ίσως είναι ρομπότ, και μπορεί απλά να είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος". Οι ρομποτικοί νόμοι δεν είναι απλώς νόμοι για τις νοήμονες αυτές μηχανές, αλλά λειτουργούν και σαν καντιανή κατηγορική προστακτική για τα ανθρώπινα όντα: "Πράξεις σαν τις δικές του μπορούν να προέρχονται απλώς μόνο από ένα ρομπότ, ή από ένα αξιοσέβαστο και αξιοπρεπή ανθρώπινο ον. Όμως βλέπεις, δεν είναι δυνατό να ανακαλύψεις της διαφορές ανάμεσα σ' ένα ρομπότ και το καλύτερο κομμάτι των ανθρώπων". Στο ίδιο διήγημα ο Ασίμοφ προβαίνει σε κριτική (από τόσο νωρίς!) των διάφορων φανατικών, τους Φονταμενταλιστές όπως τους λέει, οι οποίοι δεν έχουν προσαρμοστεί στα δεδομένα της εποχής τους, νοσταλγώντας μια απλή ζωή, αλλά δίχως λόγο, δίχως λογική, και γι' αυτό καθίστανται επικίνδυνοι. Το τελευταίο διήγημα με τίτλο "Η αποφευχθείσα  Σύγκρουση" περιλαμβάνει τις συνολικές απόψεις του Ασίμοφ για την πολιτική και οικονομική  πορεία του κόσμου ο οποίος διαιρείται βάσει μιας πρωτότυπης ταξινόμησης σε περιοχές (η Ευρωπαϊκή Περιοχή που έχει χάσει πια την πρωτοκαθεδρία που άλλοτε είχε, ας πούμε, περιλαμβάνει όλη την Ευρώπη εκτός από την ευρωπαϊκή Ρωσία και τα Βρετανικά Νησιά, αλλά περιλαμβάνει τις μεσογειακές ακτές της Αφρικής και της Ασίας καθώς και την Αργεντινή, Χιλή και Ουρουγουάη!), και τον κεντρικό ρόλο για την ανάπτυξη του ανθρώπου που θα έχουν οι Μηχανές: " Το ερώτημα για την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ξεπερνιέται, χάνει τη σημασία του. Όποιος τα κατείχε (αν μια τέτοια φράση έχει νόημα), είτε ένας άνθρωπος, μια ομάδα, ένα έθνος ή όλη η ανθρωπότητα, μπορούσαν να χρησιμεύσουν μονάχα όπως επέτασσαν οι Μηχανές". Θα έλεγα είναι το διήγημα που οφείλει να διαβάσει κάθε τεχνοφοβικός, κάθε δήθεν "πνευματικός" άνθρωπος που διχοτομεί μανιχαϊστικά τον κόσμο σε πνεύμα και ύλη αποδίδοντας οντολογική ανωτερότητα στο πρώτο και μειώνοντας ασυνάρτητα το δεύτερο, να το διαβάσει κάθε φανατικός  ιδεαλιστής ή υλιστής για να ξεθαρρέψει εντός του ο ορθός λόγος και τα ανθρώπινα συναισθήματα: "Η Μηχανή δεν είναι παρά ένα απλό εργαλείο το οποίο μπορεί να βοηθήσει την ανθρωπότητα να προοδεύσει ταχύτερα αναλαμβάνοντας αυτή κάποια από τα βάρη των υπολογισμών και ερμηνειών από την πλάτη της. Το έργο του ανθρώπινου εγκεφάλου παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν: η ανακάλυψη νέων δεδομένων προς ανάλυση, και η επινόηση νέων εννοιών προς έλεγχο". Ο ανθρωπισμός του Ασίμοφ δεν είναι ξέχωρος από την πορεία της λογικής ανάπτυξης των Μηχανών. Η πορεία ανάπτυξης των Μηχανών είναι η πορεία ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος. Οι συγκρούσεις, πλέον μπορεί να αποφευχθούν, αλλά μονάχα οι Μηχανές είναι αναπόφευκτες: αυτό είναι το μήνυμα του Ασίμοφ.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Αναμνήσεις από την θρυλική τετράδα

Τζιμ Άνταμς
Ο Μικρός Αρχηγός
Τρία μικρά περιοδικά στοιχειώνουν τα παιδικά μου χρόνια. Είναι αδύνατο να προσδιορίσω χρονικά πότε άρχισα να διαβάζω με πάθος τις ιστορίες της θρυλικής τετράδας.Πάντως πρέπει να βρισκόμουν σε κάποια τάξη του δημοτικού και συνέχισα σε όλο το γυμνάσιο με πάθος και φανατισμό.


Οι καουμπόικες ιστορίες του Τζιμ Άνταμς, της Ντιάνα Μόρισον, του Τσιπιρίπο και του ανεπανάληπτου Πεπίτο Γκονζάλες ξεκίνησαν ως μίμηση των ιστοριών του Μικρού Ήρωα, τον οποίο ωστόσο δεν είχα διαβάσει ποτέ σε καμιά επανέκδοση του. Αντίθετα, οι ιστορίες γουέστερν, και μάλιστα με τέτοια σύνθεση χαρακτήρων, μου κινούσαν περισσότερο το ενδιαφέρον, καθώς εκτός από τα τρία αυτά περιοδικά διάβαζα και βιβλία γουέστερν, κυρίως τις ιστορίες του Λουίς Λ' Αμούρ που κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις "Βίπερ". Τα τρία μικρά περιοδικά είχαν αρκετά ικανοποιητική κυκλοφορία για την εποχή τους και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι δεν ήταν περιοδικά με εικόνες αλλά κυρίως με κείμενο το οποίο σε ορισμένα παιδιά φαινόταν κουραστικό.
Μικρός Σερίφης
Όμως το κείμενο που ήταν γραμμένο με ολοζώντανο, γλαφυρό τρόπο, δίχως να απουσιάζουν τα κλισέ του είδους και οπωσδήποτε οι επαναλήψεις ταξίδευε τον μικρό αναγνώστη στην εποχή της άγριας δύσης και πετύχαινε την ταύτιση του με κάποιον από τους τέσσερις ήρωες.
Τσιπιρίπο
Ντιάνα Μόρισον

Ο Τζιμ Άνταμς, το αμερικανοποιημένο όνομα του Δημήτρη Αδαμόπουλου, του ελληνόπουλου που βρέθηκε στην αμερικάνικη Δύση για να επιβάλλει το νόμο και την τήρηση των κανόνων ηθικής που έφερε και λόγω της καταγωγής του ήταν το απόλυτο είδωλο, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, του Έλληνα υπερήρωα που με τον ηρωισμό και τον αδάμαστο ανδρισμό του αντιμετωπίζει κακοποιούς και σατανικούς αντιπάλους και τους νικά, μαζί με την παρέα του, χρησιμοποιώντας τα όπλα της αρετής του και την δύναμη των όπλων του.
Νομίζω πως η σειρά αυτή δεν θα είχε την επιτυχία που γνώρισε αν δεν υπήρχε η ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος είχε ελληνική καταγωγή. Δίπλα σ' αυτόν μια ετερόκλητη ομάδα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: η πανέμορφη μελαχρινή αμαζόνα Ντιάνα Μόρισον, την οποία οι συγγραφείς των ιστοριών ήθελαν να είναι ερωτευμένη με τον Τζιμ Άνταμς, το τετραπέρατο ινδιανάκι Τσιπιρίπο που αναλάμβανε αποστολές ανίχνευσης των αντιπάλων του νόμου και η κωμική φιγούρα του αφελούς αλλά πανέξυπνου μεξικάνου Πεπίτο Γκονζάλες για τον οποίο, όπως έλεγε πάντα με πειθώ, μια γριά μάγισσα είχε προφητέψει πως θα ζήσει ως τα εκατό του χρόνια, άρα δεν υπήρχε λόγος να φοβάται τις σφαίρες των εχθρών!


Η συλλογή μου απ' αυτά τα περιοδικά ήταν πολύ μεγάλη και χρόνο με το χρόνο αύξανε διαρκώς. Είχα γεμίσει δύο μεγάλα ντουλάπια, ίσως και περισσότερα, με τα περιοδικά μου τα οποία ταξινομούσα είτε με τον αύξοντα αριθμό κυκλοφορίας τους είτε με τον τίτλο τους. Τα πιο εντυπωσιακά ήταν αυτά που αναφέρονταν στις ομηρικές μάχες της θρυλικής τετράδας με τους προαιώνιους εχθρούς τους, τον Ελ Καπιτάν και τον Ομάρ Ατατούρκ.



Οι περιπέτειες αυτές συνεχίζονταν σε πολλά τεύχη και όταν διαπίστωνα πως μου έλειπε κάποιο περιοδικό από την συνολική σειρά γύριζα όλα τα περίπτερα της Αθήνας για να το βρω και να συμπληρώσω την συλλογή μου. Δύο φορές μάλιστα πήγα με την μητέρα μου στα κεντρικά γραφεία του περιοδικού και αγόρασα δεκάδες παλιά τεύχη που δεν είχα- ήμουν απόλυτα αφοσιωμένος στο μεγάλωμα της συλλογής μου και την απόλαυση που μου προσέφερε αυτή η αναγνωστική εμπειρία. Το μεγαλύτερο άγχος το είχα όταν φεύγαμε το καλοκαίρι για διακοπές: τί θα γινόταν τότε η συλλογή μου; Είχα μεγάλο άγχος γι' αυτό, και για να προφυλάξω τον μεγαλύτερο θησαυρό μου είχα γράψει με μαρκαδόρο διάφορα απειλητικά συνθήματα στους υποψήφιους κλέφτες των περιοδικών μου πάνω στα ντουλάπια ώστε ν' αποτρέψω κάθε δυνατότητα κλοπής της περιουσίας μου! Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν επέστρεφα σπίτι από τις διακοπές ήταν να δω αν η συλλογή διατηρούνταν στη θέση της. Στο παιδικό μου μυαλό αυτός ήταν ο μόνος θησαυρός άξιος λόγου, ούτε τα χρήματα, ούτε τα κοσμήματα, ούτε οτιδήποτε άλλο είχε αξία, αλλά οι κλέφτες όλων των εποχών αυτό δεν το γνωρίζουν (ευτυχώς) ούτε θα το μάθαιναν ποτέ.
Καθώς μεγάλωνα άλλαζαν οι αναγνωστικές μου συνήθειες και τα ενδιαφέροντα. Το πάθος μου για την ανάγνωση εξακολουθούσε να διαπερνά τη ζωή μου, διαφοροποιημένο βέβαια ανάλογα με την ηλικιακή εποχή και τα γενικότερα πνευματικά μου ενδιαφέροντα. Οι περιπέτειες της θρυλικής τετράδας λοιπόν έφυγαν σιγά σιγά από το προσκήνιο, σταμάτησα να μεγαλώνω τη συλλογή μου που από τα ντουλάπια μεταφέρθηκαν σε μεγάλες σακούλες που τοποθετήθηκαν στο αποθηκάκι του σπιτιού. Κάποια άλλα βιβλία κατέλαβαν το χώρο όπου πρωτύτερα έδιναν μάχες οι τέσσερις ήρωες μου με τους κακούς της Δύσης. Θεωρώ ως μια από τις μεγαλύτερες απώλειες τη στιγμή που αποφάσισα να πετάξω τη συλλογή των περιοδικών μου λόγω έλλειψης χώρου. Σίγουρα υπήρχαν πολλά περισσότερα άχρηστα πράγματα στο σπίτι που άξιζαν να πεταχτούν στα σκουπίδια και όχι η συλλογή μου. Με τον τρόπο αυτό χάθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας και παρέμεινε μονάχα η γλυκιά ανάμνηση κάθε φορά που άνοιγα έναν καινούργιο Καουμπόι-Αρχηγό-Σερίφη: μια καινούργια ιστορία με περίμενε για να με ταξιδέψει μαζί της, στην αμερικάνικη άγρια δύση των υπερασπιστών του νόμου κατά των παρανόμων, σ' αυτή τη μάχη που επαναλαμβανόταν διαρκώς, όπως ο χυλός που έτρωγε ο φίλος μου Πεπίτο Γκονζάλες, αχνιστός και θρεπτικός σαν τα περιοδικά μου.




Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου.

Ο Πολυμέρης Βόγλης
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα αποτελεί ένα αντικείμενο μελέτης η βιβλιογραφία του οποίου συνεχίζει να αυξάνει. Στα σχολικά εγχειρίδια όμως αποσιωπάται τελείως, λες και η πιο σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας τον 20ο αιώνα θα πρέπει να παραμείνει terra ingognita για τους μαθητές. Αλλά είναι αυτή η στιγμή που εν πολλοίς έχει διαμορφώσει συνειδήσεις και συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της στον πολιτικό βίο της χώρας ως σήμερα. Ο Πολυμέρης Βόγλης εντάσσει τη μελέτη του, όπως αναφέρει στην εισαγωγή του, στην "ιστοριογραφική στροφή στην κοινωνία, και επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποτελεί υποκείμενο και ταυτόχρονα αντικείμενο της πολιτικής". Βασικό χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής του είναι η η άποψη  πως ο ελληνικός εμφύλιος είναι επανάσταση, αλλά μια αποτυχημένη επανάσταση. Πώς δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό του όμως; Παίρνοντας, κατ' αρχάς, μετρητοίς την άποψη του ΚΚΕ πως κάνει "επανάσταση" και πως ο ΔΣΕ υπήρξε ένας λαϊκός "επαναστατικός στρατός". Κατόπιν, αν είχε επικρατήσει το ΚΚΕ θα εγκαθιδρυόταν ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα παρόμοιο μ' αυτά της Ανατολικής Ευρώπης (ποιό όμως; Αυτό της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Πολωνίας;) Τέλος, προσφεύγει τη διεθνή βιβλιογραφία για τις επαναστάσεις προκειμένου να τεκμηριώσει την θέση του αυτή. Για τον Βόγλη καθοριστικοί ήσαν οι παράγοντες , το συγκρουσιακό υπόβαθρο, που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κατοχής και το κενό εξουσίας που δημιούργησε η κρίση της κρατικής εξουσίας, η οποία ήταν αποτέλεσμα της κατοχής και της ήττας του ελληνικού στρατού. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε τα χρόνια της κατοχής ανέλαβε να το καλύψει το ΕΑΜ ως η πιο αποτελεσματική και ενεργή πολιτικοκοινωνική δύναμη που απέκτησε και ένοπλα χαρακτηριστικά. Αλλά η εξουσία δεν χαρίζεται, μονάχα διεκδικείται.
Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Στο κενό εξουσίας το ΕΑΜ δεν υπήρξε ο μόνος παράγοντας που επιδίωκε την κάλυψη του αλλά και ο αστικός κόσμος που, αν και ηττημένος κοινωνικά, πολιτικά και στρατιωτικά, διασώθηκε χάρη στην ξένη επέμβαση και την ένταξη της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δυνάμεων. Ήδη λοιπόν από τα Δεκεμβριανά του 1944 φαινόταν προς τα που θα έγερνε η πάλη για την εξουσία. Όπως γράφει ο Βόγλης: "Η άμεση εμπλοκή τόσο πολλών βρετανικών στρατευμάτων στην ενδοελληνική σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 αποτελούν μοναδική περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης ξένης δύναμης στην ελληνική ιστορία.....απ' αυτήν την άποψη, τα Δεκεμβριανά προεικόνιζαν τη συνθήκη περιορισμένης κυριαρχίας που θα επικρατούσε τα επόμενα χρόνια, δηλαδή την εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις ξένες δυνάμεις". Η διάσταση αυτή δεν κατανοήθηκε εγκαίρως από την ηγεσία του ΚΚΕ, για να διολισθήσει στη συνέχεια σε σωρεία πολιτικών λαθών, που ως αφετηρία είχαν την λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας. Ακόμα και το 1949, όταν όλα έδειχναν πως είχαν χαθεί, το ΚΚΕ στην 5η Ολομέλεια του διακήρυττε πως "η λαϊκή επανάσταση συνεχίζει το δύσκολο, μα νικηφόρο αγώνα της". Όπως ο Χίτλερ είχε πάρει διαζύγιο με την πραγματικότητα ύστερα από ήττα στο Στάλινγκραντ και συνέχιζε έναν καταδικασμένο στη συντριβή γι' αυτόν πόλεμο, έτσι και η ηγεσία του ΚΚΕ άρχισε και διεξήγαγε έναν "επαναστατικό" πόλεμο που ήταν εξαρχής καταδικασμένος. Το λέει , νομίζω, ξεκάθαρα ο Βόγλης αυτό: "Με αυτό τον τρόπο η επαναστατική αφήγηση ανασχημάτιζε τον πραγματικό κόσμο, ερμήνευε την αντικειμενική πραγματικότητα, κινητοποιούσε συλλογικά υποκείμενα και προσανατόλιζε την εμπρόθετη δράση τους κάτω από την καθοδήγηση μιας "φωτισμένης" ηγεσίας". Ο Βόγλης έχει μελετήσει σε βάθος τις πηγές και το αρχειακό υλικό, ενώ και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία είναι πλήρης. Το βιβλίο είναι γλαφυρά γραμμένο, έχει λογοτεχνικές αρετές και, όσο και αν το θέμα είναι στενάχωρο και εν πολλοίς γνωστό ως προς τα βασικά του στοιχεία, διαβάζεται απνευστί. Δεν εστιάζει τόσο στη στρατιωτική ιστορία του Εμφυλίου, όπως το δίτομο έργο του Μαργαρίτη, όσο στην κοινωνικοπολιτική διάσταση. Βέβαια, διατηρώ επιφυλάξεις για την απροθυμία του συγγραφέα να πάρει θέση ως προς το κεντρικό ερώτημα κάθε πολεμικής σύγκρουσης: Ποιός φταίει; Τον ενδιαφέρει περισσότερο η έρευνα του για την φύση του εμφυλίου, "ώστε να μπορέσουμε να συσχετίσουμε τα αίτια με την εξέλιξη που είχε και να διαμορφώσουμε τους όρους για την κατανόησή του". Η κατανόηση των αιτίων όμως εμπεριέχει μια πρώτη απόπειρα να υπερβούμε την περιγραφική απεικόνιση του πολέμου για να οδηγηθούμε στην δράση των πρωταγωνιστών και των επιλογών που είχαν ή δεν είχαν.
Τελικά πόσο άλλαξε η ελληνική κοινωνία μετά τον Εμφύλιο; Τα συμπεράσματα του Βόγλη είναι αισιόδοξα: "Το τραύμα του Εμφυλίου, που διαιρούσε επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, δεν την διαιρεί πλέον". Ωστόσο, υπάρχει και ένα άλλο τραύμα το οποίο δεν έκλεισε, αυτό της έλλειψης μεταρρυθμιστικού πνεύματος από την πλευρά των νικητών της εποχής εκείνης, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας ανεξάρτητα από ποιά παράταξη κυβερνά. Ένα απόσπασμα στη σελ. 258 δείχνει πως η ελληνική πολιτική ζωή παραμένει προσκολλημένη στον αρχαϊσμό της: "Πολλές από τις προτάσεις των Αμερικανών αποσκοπούσαν στον εξορθολογισμό της λειτουργίας και τον εκσυγχρονισμό τη ςοργάνωσης του κράτους, όπως για παράδειγμα η μείωση του υπερδιογκωμένου στην Κατοχή δημοσίου τομέα.....ωστόσο αυτές οι προτάσεις προσέκρουαν στα συμφέροντα των πολιτικών ελίτ και των πελατειακών δικτύων που αυτές είχαν συγκροτήσει, με συνέπεια να πραγματοποιηθούν ελάχιστες μεταρρυθμίσεις". Ο Βόγλης λέει πως ο εμφύλιος ήταν  μια αδύνατη επανάσταση. Όμως, αδύνατη ήταν και η αντεπανάσταση, η νίκη της Δεξιάς. Η συνέχεια επιβεβαιώνει και τα δύο συμπεράσματα.