Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Το βιβλίο του δικτάτορα.

Ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν Αγιατολάχ Χαμενεϊ δήλωσε στον προσωπικό λογαριασμό του στο Twitter πως είναι φανατικός αναγνώστης μυθιστορημάτων και ποίησης, και ανέφερε χαρακτηριστικά δύο σοβιετικούς συγγραφείς, τον Αλεξέι Τολστόι και τον Μιχαήλ Σολόκοφ. Ο Χαμενεϊ δεν αναφέρει τον Ντοστογέφσκυ, γι' αυτό μάλλον δεν θα γνωρίζει την περίφημη ρήση του "αν δεν υπάρχει Θεός όλα επιτρέπονται", καθώς στην δική του πατρίδα όπου επικρατεί η θρησκευτική τρομοκρατία των μουλάδων, άρα σε μια χώρα όπου απουσιάζει ο Θεός, διώξεις συνεχίζουν να γίνονται σε βάρος αντιφρονούντων συγγραφέων που είτε αντιμετωπίζουν τη λογοκρισία είτε φυλακίζονται για τις ιδέες τους.Όλα επιτρέπεται να γίνονται εις βάρος εκείνων των ελεύθερων πνευμάτων που εκφέρουν λόγο κριτικό προς την εξουσία. Το γεγονός πως ο Αγιατολάχ δηλώνει φανατικός αναγνώστης και ταυτόχρονα φανατικός διώκτης συγγραφέων και διανοουμένων δεν είναι κάτι αξιοπερίεργο καθώς και ο Χίτλερ λεγόταν πως κατείχε μια τεράστια βιβλιοθήκη την ίδια ώρα που βιβλία αντιφρονούντων καίγονταν από τους ναζί. Ή ακόμα και ο Στάλιν, άλλος φανατικός αναγνώστης, που επί των ημερών του κυριαρχούσε η σκληρή λογοκρισία εις βάρος όσων στέκονταν κριτικά στη σοβιετική ουτοπία. 
Ας θεωρήσουμε τα διαβαστερά αυτά πνεύματα άλλη μια ιδιοτροπία, ίσως την πιο εκλεπτυσμένη, των τυράννων της ιστορίας. Δυστυχώς κάποιοι εξ αυτών μπαίνουν και στον πειρασμό να γράψουν και ν' αφήσουν παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές τις σκέψεις ή τα λογοτεχνικά τους πονήματα. Αυτό δεν μπορεί να το απαγορεύσει κανείς, ίσως ο μελλοντικός τύραννος όμως, μια από τις πρώτες ενέργειές του θα μπορούσε να είναι το σβήσιμο από τη μνήμη των συγκαιρινών του των φληναφημάτων των προκατόχων του μπας και σταματήσει να αναπαράγεται η δυστοπία των λέξεων από την γραφίδα άξεστων συγγραφέων αλλά ικανών δικτατόρων. Το παράδειγμα των ηγετών του Τουρκμενιστάν που αναφέρει στο απολαυστικό του άρθρο ο Ντάνιελ Κάλντερ στον Guardian, http://www.theguardian.com/books/booksblog/2009/jul/02/dictator-lit-berdymukhamedov είναι απλά μια υπενθύμιση πως η γραφίδα στα χέρια παρανοϊκών τυράννων είναι πιο θανατηφόρο όπλο από κάποια μέσα μαζικής καταστροφής.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Μάικλ Ροθ: Ο ρόλος της θρησκείας στην ιστορία των ιδεών

(Άρθρο του Μάικλ Ροθ, προέδρου του Πανεπιστημίου Γουέσλιαν, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Wall Street Journal, μετάφραση: Bookman Old Style).

Michael Roth

Συμβαίνει κάθε χρόνο. Διδάσκοντας το μάθημα μου στη Φιλοσοφική Σχολή, ερώτησα τι είχε στο νου του ένας φιλόσοφος όταν έγραφε για την αθανασία της ψυχής ή τη σωτηρία, και αίφνης οι συνήθως ομιλητικοί φοιτητές μου άρχισαν να κοιτάνε επίμονα τις σημειώσεις τους. Αν τους ρωτούσα για ένα θεολογικό γεγονός σχετικά με την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, έχουν έτοιμη την απάντηση: προκαθορισμός, η πίστη και όχι τα έργα κλπ.
Όταν όμως τους ρωτάω πως γνωρίζει κανείς στην καρδιά του ότι έχει σωθεί, τότε συμβουλεύονται τις σημειώσεις τους. Κοιτούν οπουδήποτε εκτός από μένα, φοβούμενοι πως θα μπορούσα να τους ρωτήσω για το αν αισθάνονται την αγάπη του Θεού ή σχετικά με το αν έχουν μια καρδιά γεμάτη από πίστη. Σ’ αυτό το μάθημα γύρω από την ιστορία του πνεύματος, μιλούμε για την σεξουαλικότητα και την ταυτότητα, τη βία και την επανάσταση, την τέχνη και την χυδαιότητα, και οι φοιτητές είναι πρόθυμοι να επιχειρηματολογήσουν. Όταν όμως έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα του θρησκευτικού συναισθήματος, θα προτιμούσαν ολοφάνερα να συνεχίσω με ένα άλλο θέμα.
Για ποιο λόγο είναι τόσο δύσκολο για τους πολύ έξυπνους φοιτητές μου να κάνουν αυτό το άλμα-όχι το άλμα της πίστης αλλά το άλμα της ιστορικής φαντασίας; Δεν προσπαθώ να φτιάξω από τον καθένα έναν άνθρωπο της πίστης, ωστόσο αυτό που επιθυμώ είναι οι φοιτητές μου να έχουν την αίσθηση του πως οι ιδέες της γνώσης, της πολιτικής και της ηθικής αλληλοεξαρτώνται με αυτές της θρησκευτικής πίστης και λατρείας.
Μέσα από τα διαβάσματα που προτείνω, συχνά ερωτώ για τις χριστιανικές παραδόσεις,  καλώντας τους φοιτητές να ακολουθήσουν αυτούς τους στοχαστές που προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τον Ιησού. Αντιλαμβάνομαι  πως είναι αρκετοί εκείνοι οι προπτυχιακοί φοιτητές που είναι χριστιανοί και οι οποίοι είναι σε θέση να αναφερθούν σ’ αυτήν την εμπειρία εντός ενός διαφορετικού πλαισίου. Στο χώρο της τάξης, όμως, αισθάνονται άβολα μ’ αυτή τη συζήτηση. Έτσι λοιπόν συνεχίζω,  αμήχανα,  να κάνω ότι καλύτερο μπορώ: ένας μη θρησκευόμενος Εβραίος να προσπαθεί ώστε οι φοιτητές του να διαισθανθούν τις χριστιανικές ευαισθησίες.
Τα τελευταία χρόνια, έχω και εγώ συνηθίσει περισσότερο με την αμηχανία που προκαλεί η εκκοσμικευμένη σχέση μου με την θρησκευτική πρακτική. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, αναζήτησα κάποιον τόπο όπου θα μπορούσα να ψάλω την Καντίς, την επιμνημόσυνη προσευχή των Εβραίων. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτή η προσευχή δεν ψέλνεται κατά μόνας, πρέπει να συμμετέχουν τουλάχιστον δέκα άνθρωποι. Συνάντησα τυχαία μια μικρή, εκλεκτική ομάδα ανθρώπων που συναντιόντουσαν νωρίς τα πρωινά για μια λαϊκή λατρεία (χωρίς την παρουσία ραβίνου). Μπορούσα να ψάλλω την προσευχή μαζί τους, και στη συνέχεια θα συμμετείχα σε κύκλους μελέτης. Για ποιο λόγο ο άθεος προσευχόταν και μελετούσε; Έλεγα στον εαυτό μου: έχει να κάνει με τη συμμετοχή κάπου. Και αυτό ήταν αρκετό.
Οι άνθρωποι με τους οποίους έλεγα την προσευχή μου έγιναν μέρος της ζωής μου. Η προσευχή ήταν σαν τη μελέτη- ή μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο; Μελετώντας μαζί τους δε σήμαινε, σκεφτόμουνα,  πως εγκατέλειπα την προσωπική εκκοσμικευμένη κοσμοθεωρία. Μάθαινα για μια παράδοση εντός της οποίας είχα ανατραφεί αλλά είχα αμυδρά αντιληφθεί. Σχεδόν αγνοούσα το ερώτημα περί της πίστεως- η μάθηση ήταν αρκετή για μένα.
Η τάξη είναι ένα άλλο είδος συμμετοχής. Ως ιστορικός, επιθυμώ οι φοιτητές μου να μάθουν συγκεκριμένα πράγματα για τους σημαντικούς σταθμούς και την καθημερινή ζωή στο παρελθόν, θέλω όμως ακόμη να προχωρούν πέρα από τα γεγονότα προσπαθώντας να φανταστούν πώς θα ήταν η ύπαρξη σε έναν συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Επιθυμούσα να συμμετάσχουν με τη φαντασία τους στο παρελθόν, συνειδητοποιώντας συγχρόνως πως αυτή η δημιουργική τέχνη δεν μπορεί να επιτευχθεί στην εντέλεια. Όταν διαβάζουμε μαζί σπουδαία βιβλία, επιθυμώ να μπορούν να κατανοούν για ποιο λόγο ο συγγραφέας έκανε συγκεκριμένες επιλογές, πως υποδέχτηκαν στην αρχή τα επιχειρήματα, και πως σχετίζονται με μας στο παρόν.
Όταν χρησιμοποιούμε την ιστορική φαντασία για μη θρησκευτικά θέματα, αισθανόμαστε άνετα με την πιθανότητα να έχουμε άδικο, πως νέα δεδομένα ίσως μεταβάλλουν την αντίληψη μας. Τα θρησκευτικά θέματα φαίνεται πως εισχωρούν πιο βαθιά, προξενώντας κάποιο φόβο και τρόμο.
Έτσι λοιπόν για ποιο λόγο να μην εμμείνουμε στα δεδομένα και στις χρονολογίες των συμβάντων; Γιατί να μην προσπαθήσουμε απλώς να επισημάνουμε τι είναι ορθό και τι λάθος στα έργα των συγγραφέων που διαβάζουμε; Εξάλλου, δεν είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε για την αλήθεια πολλών από τα πράγματα εκείνα που απλώς τα υπέθεταν; Σήμερα γνωρίζουμε ακόμα ποια τμήματα του εγκεφάλου φωταγωγούνται όταν κάποιος άνθρωπος προσεύχεται- ή υποβάλλει ερωτήσεις για την προσευχή!
Τέτοιου είδους αντιρρήσεις λαμβάνω από εύστροφους, γεμάτους αυτοπεποίθηση φοιτητές, προσπαθώντας να τους διδάξω πως τα ερωτήματα που έθεσαν οι φιλόσοφοι, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες που μελετάμε δεν έχουν απαντηθεί οριστικά. Η δουλειά μας στην τάξη δεν είναι να φθάσουμε σε κάποια αμετάκλητη ιστορική ή φιλοσοφική αλήθεια για το παρελθόν αλλά να μάθουμε ασκώντας το πνεύμα και την φαντασία μας. Τα βιβλία που διαβάζουμε μαζί εγείρουν ζητήματα που προκαλούν τις πεποιθήσεις μας, δημιουργώντας αμφιβολίες σ’ αυτές τις απόψεις μας που θεωρούμε ως δεδομένες. Τα ερωτήματα σ’ αυτά τα κείμενα δεν βρίσκονται εκεί για να απαντηθούν άπαξ δια παντός αλλά υπάρχουν για να αναμετρηθούμε μαζί τους.
Μελετώντας την Τορά, ξεκινούμε με μια προσευχή που απηχεί την εντολή να αναμετρηθούμε με τα βιβλικά κείμενα. Δίνουμε υπόσχεση στον εαυτό μας όχι να απομνημονεύουμε ή να υπακούμε, αλλά να συνδιαλεχθούμε με αυτά που διαβάζουμε. Αυτό θέλω να προσφέρω στους φοιτητές μου, την ευκαιρία να αναμετρηθούν με τα βασικά ερωτήματα της αγάπης και της δικαιοκρισίας, της δικαιοσύνης και της βίας, της χάριτος και της συγχώρησης. Αυτό που πιστεύουν δεν με αφορά, θέλω όμως να αποκτήσουν αίσθηση του τι σημαίνει να αφομοιωθούν σε εύρωστες παραδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και των θρησκευτικών.

Αυτό θα ήταν αρκετό.
Άποψη του Πανεπιστημίου Γουέσλιαν

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Το "εν" μπροστά στην αλλαγή.

Ποιός κρύβεται πίσω από τις λέξεις; Μόνο μια άλλη λέξη, τις περισσότερες φορές ένα συνώνυμο, αλλά η δύναμη των λέξεων έγκειται στο ότι και μια απλή αλλαγή φθόγγου, λ.χ. η απουσία ή παρουσία του ταπεινού "ι" στο ομοιούσιος αντί για ομοούσιος μπορεί να δημιουργήσει σχίσματα, καταδίκες ή σωτηρίες, επίκληση των ιερών και των οσίων από αμφότερες τις πλευρές. Αυτό διδάσκει σύνολη η εκκλησιαστική ιστορία που δεν αποτελεί διακριτό μέρος της θύραθεν ιστορίας αλλά μοιράζεται τα χούγια και τις αρέσκειες και απαρέσκειες αυτής.
Το ίδιο μαρτύριο των λέξεων πέρασε σε όλη τη ζωή του και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, 
γι' αυτό και έγραψε τόσα λίγα εν σχέσει με άλλους ομότεχνους του εκείνη την περίοδο που σε γενικές γραμμές έγραφαν πολλά. Αλλά ο Φλωμπέρ είχε το μικρόβιο της ανεύρεσης της "σωστής λέξης", le mot juste, και έτσι έσβηνε και έγραφε διαρκώς την ίδια λέξη, στην ίδια πρόταση μέχρι να πετύχει κάποιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Η ανακοίνωση λοιπόν του Γιούρογκρουπ στις 20 Φεβρουαρίου 2015 συνιστά λοιπόν μια εναλλαγή σημαινόντων, προκειμένου η κάθε πλευρά να μην υποστεί την αλλαγή στα σημαινόμενα. Τα δεύτερα αλλάζουν μόνο με επανάσταση, κι αυτή ακόμα δεν έχει έρθει, αντίθετα φαίνεται πως το παιχνίδι, ακόμα, θα παιχτεί στο στέρεο έδαφος της realpolitik, η οποία δεν έχει εξαντλήσει τα όρια της. Και η τακτική αυτή είναι σε σύμπνοια με την βούληση του εκλογικού σώματος που εκφράστηκε για το νόημα της ψήφου του στις ποιοτικές έρευνες των δημοσκοπήσεων: εντός της Ευρώπης και εντός του ευρώ. Η πλειονότητα του εκλογικού σώματος δηλαδή ψήφισε εναλλαγή και όχι αλλαγή, και μέχρι στιγμής η Κυβέρνηση με το παιχνίδι των λέξεων που επιχείρησε στο Γιούρογκρουπ συμβάλλει στην υλοποίηση αυτής της επιθυμίας. Όσοι διαφωνούν, εσωτερικά του κυβερνώντος κόμματος, απλώς δεν ερμήνευσαν σωστά την βούληση της ψήφου, την οποία δεν έριξαν αψήφιστα όσοι προτίμησαν εναλλαγή και όχι αλλαγή. Μ' αυτή την έννοια, όσοι διαφωνούν τη στιγμή αυτή με τη συγκεκριμένη αποφάση είναι σαν τους χιλιαστές που για να συνεχίσουν να ζουν με την ελπίδα,  θα μεταθέσουν την ημερομηνία της έλευσης της δευτέρας παρουσίας κάπου στο εγγύς μέλλον.

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Χάϊνριχ Βίνκλερ: Βαϊμάρη, Η Ανάπηρη Δημοκρατία 1918-1933

Εκδόσεις Πόλις,2013, μτφρ: 'Αντζη Σαλταμπάση
O Χάινριχ Βίνκλερ
Ο Γερμανός ιστορικός Χάϊνριχ Βίνκλερ γεννήθηκε το 1938 στην πατρίδα του Καντ Κενιξβέργη, και από το 1991 διδάσκει ιστορία στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου. Σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής. Το βιβλίο του για τη "Δημοκρατία της Βαϊμάρης" στην ουσία αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο από το δίτομο magnum opus του "Ο Μακρύς Δρόμος προς τη Δύση" (Der Lange Weg nach Westens).
H αγγλική μετάφραση του Der Lange Weg nach Westens
Στο βιβλίο ο Βίνκλερ περιγράφει αναλυτικά και με αρκετές λεπτομέρειες τη βασανιστική πορεία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, δηλαδή από την ήττα της Γερμανίας το 1918, έως την κατάλυση της από το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα του Αδόλφου Χίτλερ το 1933. Είναι μια πολιτική επισκόπηση των ταραγμένων χρόνων της Γερμανίας που σημαδεύτηκαν από την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να συνεννοηθούν μεταξύ τους έχοντας απέναντι τους ενδυναμωμένα τα άκρα, τους κομμουνιστές και τους εθνικοσοσιαλιστές, καθώς και μια βαθιά οικονομική κρίση, συνέπεια των κυρώσεων που επέβαλαν οι νικήτριες δυνάμεις του 1918 και της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929. To 1918 έτος καμπής στη γερμανική ιστορία, εγκαταλείπεται η μοναρχία, συνέπεια της ήττας στον πόλεμο, και ανακηρύσσεται η δημοκρατία η οποία "αποτελούσε για τους μετριοπαθείς τόσο εγγύηση ειρήνης στο εξωτερικό μέτωπο, όσο και ένα μέσο αποφυγής του εμφυλίου πολέμου" (σ. 11). Οι πρώτες εκλογές υπό το νέο καθεστώς έγιναν το 1919, και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Βίνκλερ ήταν πως "οι περισσότεροι Γερμανοί επιθυμούσαν κοινωνικές μεταρρυθρίσεις στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και όχι πολιτική επανάσταση και ριζική αλλαγή των κοινωνικών δομών" (σ.39).  Ωστόσο το σημείο καμπής για την πορεία της νεοσυσταθείσας δημοκρατίας ήταν οι όροι που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία από τις νικητήτριες δυνάμεις με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, όροι οι οποίοι στέρησαν τη Γερμανία το ένα έβδομο των εδαφών της και το ένα δέκατο του πληθυσμού της, πέρα από τις δυσβάστακτες πολεμικές επανορθώσεις. Οι σκληροί όροι των Βερσαλλιών δεν βοήθησαν στην ιστορική αποτίμηση που όφειλε να κάνει η Γερμανία, ισχυρίζεται ο Βίνκλερ, αλλά αντίθετα καλλιέργησαν δύο μύθους: της ισότιμης ενοχής της Γερμανίας και των υπόλοιπων εμπόλεμων δυνάμεων, και την θεωρία της "πισώπλατης μαχαιριάς" που υπέστη ο ανίκητος γερμανικός στρατός στην πατρίδα. Το άλλο σημαντικό γεγονός που προδιέγραψε τη μοίρα της Γερμανίας ήταν το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, όπου ιδαίτερο ρόλο επιφύλασσε στον Πρόεδρο του Ράιχ, παρά τις προειδοποιήσεις που είχαν ακουστεί κατά τη συζήτηση των διατάξεων του Συντάγματος: "Πρέπει να σκεφθούμε σοβαρά το γεγονός ότι μια μέρα θα βρεθεί σ' αυτή τη θέση ένας άλλος πολιτικός από ένα άλλο κόμμα, ενδεχομένως από ένα αντιδραστικό κόμμα με πραξικοπηματικές διαθέσεις". (σ. 61). Είναι σημαντικές οι παρατηρήσεις του Βίνκλερ σχετικά την αδυναμία του νομοθέτη της Βαϊμάρης να προστατέψει το Σύνταγμα και το πολίτευμα από πιθανό σφετεριστή του: "Εκχωρώντας στον πρόεδρο του Ράιχ την εξουσία να αναλαμβάνει τον ρόλο του νομοθέτη σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, που ήταν αρκετά ασαφείς, η Εθνοσυνέλευση ενίσχυσε τον οπορτουνισμό των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών". (σ. 67). Τέτοια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης άρχισε να προκύπτει με το τέλος της κυβέρνησης του Μεγάλου Συνασπισμού του 1928 (Σοσιαλδημοκράτες, Λαϊκοί και Κέντρο), κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης του 1929, και "η μεταβίβαση της εξουσίας από το κοινοβούλιο στον πρόεδρο ήταν πλέον αναμενόμενη. Η κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική Δεξιά επιθυμούσε αυτή την εξέλιξη για να συντρίψει το κοινωνικό κράτος της Βαϊμάρης" (σ. 223). Σ' αυτό το σημείο ο Βίνκλερ κατηγορεί και την Αριστερά η οποία αποδέχθηκε δίχως να αντιδράσει ουσιαστικά την εγκατάλειψη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναλύσεις γύρω από την εκλογική άνοδο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Σύμφωνα με την διατύπωση ενός σοσιαλδημοκράτη κοινωνιολόγου, του Theodor Geiger, αυτή αποτυπώνει τον "πανικό της μεσαίας τάξης". Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί που στήριξαν στην πρώτη φάση τον Χίτλερ, αλλά και εργατικές μάζες, με συνέπεια ήδη από το 1930 το κόμμα των Ναζί να έχει τα χαρακτηριστικά λαϊκού κόμματος.
Διδακτικές είναι οι παρατηρήσεις του Βίνκλερ για τα αίτια που η Γερμανία οδηγήθηκε στην παράδοσή της στον Χίτλερ. Η κατάρρευση της Βαϊμάρης, για τον Γερμανό ιστορικό, βρίσκεται "στην ιστορική καθυστέρηση της πραγμάτωσης της ελευθερίας τον 19ο αιώνα....δηλαδή στον ασύμμετρο πολιτικό εκσυγχρονισμό της Γερμανίας και τον καθυστερημένο εκδημοκρατισμό του συστήματος διακυβέρνησης" (σ. 340) . Ένα ακόμα σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και στοχασμού, με αναφορές στο σήμερα, είναι ο τρόπος που έβλεπαν οι Γερμανοί το "Ράϊχ" και τι σήμαινε αυτός ο τρόπος για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ιδέα του Ράϊχ ήταν "η ανάμνηση του μεγαλείου του γερμανικού Μεσαίωνα και της αποστολής την οποία είχε αναλάβει τότε η Γερμανία εν ονόματι όλης της χριστιανικής Δύσης: να αποκρούει τους κινδύνους που έρχονταν από την ειδωλολατρική Ανατολή" (σ. 347). Υπήρχε μέσω του Ράϊχ, και ότι αυτό αντιπρόσωπευε, ο πόθος για κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη, καθώς πίστευαν πως "μόνο εκείνοι διέθεταν την οικουμενική εντολή, η οποία τους ανύψωνε πάνω από τα υπόλοιπα έθνη και τα εθνικά κράτη". (σ. 348). Ο τρόπος που επέλεξαν, μέσω του Χίτλερ, κατέληξε στην ολοκληρωτική καταστροφή της Ευρώπης αλλά και των ίδιων. Διαφορετικά όμως απ'ότι συνέβη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ίσως επειδή την ιστορία ανέλαβαν να την γράψουν οι Αμερικανοί και όχι οι Ευρωπαίοι, η Γερμανία εντάχθηκε γρήγορα στην διεθνή κοινότητα και δεν εξουθενώθηκε όπως συνέβη στις Βερσαλλίες. Η ιδέα του Ράϊχ όμως; Αν το 1933-1945 υπήρξε παρένθεση στην ιστορία της Γερμανίας, η αυτοκρατορική ιδέα εξακολουθεί να διαποτίζει και σήμερα την γερμανική πολιτική, όχι πλέον με τα όπλα, αλλά με τη δύναμη της οικονομίας της και τον τρόπο που έχει σμιλέψει την ευρωπαϊκή πολιτική της ζώνης του ευρώ. Αυτή είναι μια δύναμη που στηρίζεται στον ορθολογισμό και την αξιοσύνη του γερμανικού λαού να οικοδομήσει στέρεα θεμέλια στην Ευρώπη. Η Γερμανία είναι αδύνατο να μην έχει ή να μην θέλει να έχει ηγεμονική θέση στην Ευρώπη. Τα επιτεύγματά της αυτό φανερώνουν. Στο μέτρο που δεν υπάρχουν άλλα αντίθετα (ή και αντίζηλα) παραδείγματα, δεν υπάρχει και άλλος δρόμος για την Ελλάδα παρά να ακολουθήσει κι αυτή τον "μακρύ δρόμο προς την Δύση". Ίσως θα έπρεπε να εμπνέει και την Ελλάδα ο αρχικός στίχος του εθνικού ύμνου της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, για ένα νέο ξεκίνημα, σαν κι αυτό που έκανε η Γερμανία (Δυτική και Ανατολική) με τη βοήθεια όλων μετά το 1945: "Auferstanden aus Ruinen" (Αναστημένοι  μέσα από τα ερείπια).

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Οι φίλοι της Ρωσίας

Ο Economist δημοσίευσε αυτόν τον ενδιαφέροντα πίνακα όπου απεικονίζονται όλα τα πολιτικά κόμματα της Ευρώπης που διατηρούν φιλική ή απλά ανεκτική στάση έναντι της Ρωσίας του Πούτιν. Απουσιάζει το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων, έτσι ώστε τρία κόμματα από την Ελλάδα-αριθμός ρεκόρ σύμφωνα με τον πίνακα- να υποστηρίζουν το καθεστώς Πούτιν. Όλα αυτά τα κόμματα βρίσκονται κυρίως στην άκρα δεξιά, αλλά υπάρχουν και από το άλλο άκρο, διότι ο συνεκτικός δεσμός τους είναι οι αντιδυτικές αξίες και η βαθιά τους απέχθεια σε ότι η Δύση αντιπροσωπεύει. Κάτι που το μοιράζονται με το αφεντικό του Κρεμλίνου. Όμως ο Πούτιν δεν βρίσκει φίλους μόνο στα ευρωπαϊκά άκρα. Στους φίλους του συγκαταλέγονται ακόμα και ο διάδοχος του λαϊκιστή Τσάβες, ο Μαδούρο της Βενεζουέλας αλλά και η Κριστίνα Φερνάντεζ της Αργεντινής που υποστήριξε την προσάρτιση της Κριμαίας, προφανώς γιατί παρόμοιες βλέψεις εξακολουθεί να έχει για τα νησιά Φόλκαντ. Ο Πούτιν δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί με την Δύση στο γήπεδο των δικών της αξιών διότι τότε διακινδυνεύει όχι μόνο την ακύρωση του αυτοκρατορικού οράματος της Ρωσίας αλλά και την ίδια την ακεραιότητα του καθεστώτος που τον στηρίζει. Οι φίλοι του Πούτιν στην Ευρώπη μπορεί να πανηγυρίζουν για τις χορευτικές, κυνηγητικές, αθλητικές, ερωτικές δραστηριότητες του macho προέδρου τους, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να πανηγυρίζουν, στο όνομα του αντιδυτικισμού τους, για τα χιλιάδες θύματα που έχει προκαλέσει με τη στάση του στην Ανατολική Ουκρανία. Μπορούν να μετατρέψουν τα ρούβλια που τους προσφέρει σε ευρώ ή δολλάρια, δεν μπορούν όμως να κάνουν το ψέμα αλήθεια.

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Οι καρικατούρες δεν είναι αθώες.

Δικαιολογημένα ο εκπρόσωπος τύπου του Βόλφγκαγκ Σόϊμπλε χαρακτήρισε το καρτούν που δημοσίευσε η "Αυγή", επίσημο όργανο του αριστερού λαϊκισμού στην Ελλάδα, ως "αηδιαστικό".
Όλα τα στερεότυπα μαζεμένα σ' ένα καρτούν. Ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας ενδεδυμένος τη στρατιωτική στολή των Ναζί, και οι Έλληνες στο ρόλο των Εβραίων, αιωνίων θυμάτων της ιστορίας. Η αντιγερμανική προπαγάνδα του αριστερού λαϊκισμού δεν προσπαθεί μόνο να ρίξει στάχτη στα μάτια της κοινής γνώμης και να μεταθέσει το ελληνικό πρόβλημα στις πλάτες άλλου. Στην ουσία μεταχειρίζεται την ίδια πρακτική, του αποδιοπομπαίου τράγου, που μεταχειρίστηκαν οι πραγματικοί Ναζί εναντίον των πραγματικών Εβραίων.

 "Die Juden sind unser Unglück" κραυγάζει το λαϊκό έντυπο του εθνικοσοσιαλισμού Der Stürmer (ο ιδρυτής του οποίου βρήκε το τέλος που του άξιζε στη Δίκη της Νυρεμβέργης), διανθισμένο με ανάλογες καρικατούρες που τροφοδότησαν το μίσος των Γερμανών εναντίον των Εβραίων. Ποτέ οι καρικατούρες δεν ήταν αθώες. Όσο και αν η ελευθερία του λόγου αποτελεί κεκτημένο του δυτικού τρόπου ζωής, και σαν τέτοιο πρέπει να προστατευτεί από το σφετερισμό οποιασδήποτε ιδεολογικής απόχρωσης, άλλο τόσο πρέπει να καταγγέλλεται η απόπειρα δημιουργίας μίσους, εμπαθούς διάθεσης και διαιώνισης φρικτών στερεοτύπων που δεν είναι αθώα αλλά υποκρύπτουν πολιτική ατζέντα. Ο αριστερός λαϊκισμός μιμείται τις μεθόδους του δεξιού λαϊκισμού, βλάπτει εξίσου. Ο αγώνας εναντίον του πρέπει να είναι διαρκής και επίμονος.

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες: Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας

Εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Κλ. Ελαιοτριβιάρη
Η κουβανέζικη λογοτεχνία είναι αρκετά γνωστή στην Ελλάδα καθώς έχουν μεταφραστεί σημαντικά έργα από την λογοτεχνική παραγωγή του νησιού της Καραϊβικής, ιδιαίτερα τα έργα του Αλέχο Καρπεντιέρ, του Λεσάμα Λίμα, του Ρεϊνάλντο Αρένας, του Καμπρέρα Ινφάντε Γκιγιέρμο και τα περισσότερα του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες. Ο Γκουτιέρες έχει συχνά πυκνά αποκληθεί ο "Μπουκόβσκι της Καραϊβικής", και μπορεί κανείς να δει ομοιότητες όσον αφορά την ελευθεριακή γραφή των δυό τους, αλλά κατά τη γνώμη μου ο Γκουτιέρες δεν πάσχει από τον μηδενισμό που διαπερνά την σκέψη του Μπουκόβσκι.
Ο Γκουτιέρες γεννήθηκε to 1950 σε μια επαρχιακή πόλη της Κούβας, αλλά μετακόμισε στην Αβάνα όταν ήταν 37 ετών. Σπούδασε δημοσιογραφία και άσκησε αυτό το επάγγελμα για αρκετά χρόνια. Η "Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας" κυκλοφόρησε στα ισπανικά το 1998
και μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα to 2002 από την πολύ ικανή μεταφράστρια από τα ισπανικά στην αγγλική γλώσσα Natasha Wimmer. Εν μέρει αυτοβιογραφικό και εν μέρει έργο φαντασίας, αλλά βαθιά ριζωμένο στα βιώματα του, ο Γκουτιέρες περιγράφει έναν κόσμο "βρόμικου ρεαλισμού" όπως έχει χαρακτηριστεί το είδος της λογοτεχνίας του. Πρόκειται κατ' αρχήν για την Κούβα της δεκαετίας του 1990 που βιώνει το σοκ της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης το οποίο επιφέρει, πέραν της απώλειας του ιδεολογικού σημείου αναφοράς, ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα διότι στο αιματηρό εμπάργκο που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ θα προστεθεί και η αδυναμία της πρώην συμμάχου, της ΕΣΣΔ, να συνεισφέρει οικονομικά στους ισπανόφωνους "συντρόφους". Η αντίληψη του Γκουτιέρες για τη ζωή, που μας την καταθέτει πολύ νωρίς στο μυθιστόρημα του, είναι η κοινή αντίληψη του λαού του εκείνα τα χρόνια: "Προσπαθούσα να εξασκηθώ στο να μην είμαι τόσο απόλυτος, αλλιώς δεν θα επιβίωνα. Είχα ζήσει όλη μου τη ζωή με κάποιου είδους έλλειψη. Ανήσυχος, ήθελα να τα έχω όλα με τη μία, παλεύοντας δυναμικά για κάτι περισσότερο. Τώρα μάθαινα να μην τα έχω όλα με τη μία. Να ζω σχεδόν χωρίς τίποτα. Διαφορετικά θα συνέχιζα με την τραγική μου άποψη για τη ζωή. Γι' αυτό τώρα η μιζέρια δεν μου έκανε πολύ κακό". Αυτό δεν συνιστά μηδενιστική αντίληψη για τη ζωή, αλλά συνειδητοποίηση του αγώνα και της ανάγκης για επιβίωση. Αυτό διαπερνά όλο το βιβλίο. Δεν υπάρχουν αφηρημένες θεωρήσεις (όπως ίσως θα έκανε κάποιος Ρώσος), αλλά όλα μετριούνται υλικά, με βάση τα πρωτογενή στοιχεία της ζωής: σεξ, φαγητό, ποτό. Κάθε ιστορία έχει σεξ απαλλαγμένο από καθωσπρεπισμούς, σεξ που μυρίζει βιολογικά υγρά, σε ένα περιβάλλον κάθε άλλο παρά αποστειρωμένο όπως αυτό που φαντασιώνει τις μεσήλικες νοικοκυρές στο "Πενήντα αποχρώσεις του γκρι". Στο έργο του Γκουτιέρες η σαπίλα είναι διάχυτη παντού, ανάκατη με τον αγώνα επιβίωσης των κατοίκων της Αβάνας: "Το θέμα είναι ότι το σεξ δεν είναι για ανθρώπους με αναστολές. Το σεξ είναι ανταλλαγή υγρών, ρευστών, σάλιου, ανάσας και δυνατών μυρωδιών, ούρων, σπέρματος, σκατών, ιδρώτα, μικροβίων, βακτηρίων". Στα φτωχικά δωμάτια που μένουν, ο ένας πάνω στον άλλο, με τις κοινές τουαλέτες, την ανυπόφορη μπόχα από τα περιττώματα, το σεξ είναι πάντα εκεί, μαζί με το ρούμι, τη μαριχουάνα, τα ελάχιστα δολλάρια, την ανάγκη για επιβίωση σ' ένα περιβάλλον ανεργίας και ριζωμένων πολιτισμικών διαφορών μεταξύ λευκών, μιγάδων και μαύρων της Κούβας. Αλλά δεν απελπίζεσαι ως αναγνώστης. Ξεχειλίζει η χαρά της ζωής, αναρωτιέσαι πόσο όμως ονειρικός ή πραγματικός είναι ο κόσμος εκεί: πόσο θα ήθελες να πιστέψεις ότι μπορείς να κοιτάξεις σε μια γωνιά κάποιου σκοτεινού δρόμου και να δεις ανενόχλητα αυνανιζόμενους άνδρες να κοιτάνε κάποιο άλλο ζευγάρι που κάνει σεξ δημόσια; Παρόλη την ελευθεριότητα του, το βιβλίο δεν είναι πορνογράφημα όπως αφελώς θα ισχυριστούν κάποιοι σχολιαστές της αγγλικής έκδοσης στο αμερικάνικο Amazon. Ο Γκουτιέρες αποδομεί την σοσιαλιστική ουτοπία της Κούβας, άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε πιο τολμηρά: "Οι χωριάτες είναι που έχουν τα φράγκα. Πλουτίζουν από την πείνα του κόσμου. Είναι μια καινούργια περίοδος. Ξαφνικά λείπουν τα λεφτά. Όπως πάντα. Τα λεφτά τα ιδοπεδώνουν όλα. Τριάντα πέντε χρόνια οικοδόμησης του νέου ανθρώπου. Πάει, τέλειωσε". Δεν φτάνει βέβαια στην ίδια βίαιη καταγγελία όπως ο Ρεϊνάλντο Αρένας που υπέφερε ως δηλωμένος αντιφρονών από το καθεστώς του Κάστρο, αλλά ίσως δεν είναι αυτός ο στόχος του. Απλά είναι τα πράγματα για τον Γκουτιέρες, στον αγώνα για το πώς θα ξημερώσει η επόμενη μέρα, δεν υπάρχει χώρος για βαθυστόχαστες αναλύσεις: "Οι τελευταίες μέρες είχαν υπερβολικό σεξ. Χρειάζεται και λίγη ξεκούραση. Ξεκούραση και να ευχαριστούμε το Θεό και να του ζητάμε δύναμη και υγεία. Μόνο αυτό. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο. Πρέπει ν απαοφεύγω τους δαίμονες και να είμαι δυνατός. Στην τελική, χωρίς πίστη, κάθε μέρος είναι άλλη μια κόλαση". Γενναίοι ή αδαείς, οι ήρωες του Γκουτιέρες είναι πάντα σε επιφυλακή, αναζητώντας χαραμάδες ηδονής σε ένα περιβάλλον που δεν διαμόρφωσαν οι ίδιοι.

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Πήτερ Γουότσον: Η ιδιοφυία των Γερμανών. Η τρίτη Αναγέννηση της Ευρώπης, η δεύτερη επιστημονική επανάσταση και ο 20ος αιώνας

Peter Watson: The German Genius, Simon & Schuster, 2010
Το βιβλίο του Πήτερ Γουότσον παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά, και ίσως δικαιολογημένα, αφενός λόγω του μεγάλου του όγκου, αφετέρου γιατί δεν πρόκειται για ένα εύπεπτο βιβλίο για τα γούστα του Έλληνα αναγνώστη καθώς το θέμα του, ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό, δεν είναι και τόσο "δημοφιλές". Ο Πήτερ Γουότσον δεν είναι κάποιος ακαδημαϊκός, ωστόσο τα βιβλία του άνετα εκπληρώνουν, και με το παραπάνω, τις προϋποθέσεις επιστημονικής έρευνας, μπορούν να θεωρηθούν και βιβλία αναφοράς.
Ο Πήτερ Γουότσον
Ο Γουότσον εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε μεγάλες βρετανικές εφημερίδες, αλλά αρθρογραφούσε και στους Τάιμς της Νέας Υόρκης. Ο Γουότσον έγραψε το βιβλίο για τη Γερμανία προκειμένου να απαντήσει στα στερεότυπα γύρω από το λαό και τον πολιτισμό της Γερμανίας που επικρατούν στη βρετανική κοινή γνώμη και στη βρετανική σχολική εκπαίδευση. Το πρόβλημα στη Βρετανία είναι η έμμονη αντίληψη για την περίοδο του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, δικαιολογημένα μάλλον, εφόσον ακόμα ακούγεται σαν μακρινή ηχώ η ρήση του Ουίνστον Τσώρτσιλ "This was their finest hour", αναφερόμενος στην ανδρεία που έπρεπε οι Βρετανοί στη Μάχη της Αγγλίας να επιδείξουν. Τούτη η αντιγερμανική νοοτροπία έχει βαθιά ριζώσει στην βρετανικη ψυχή: σε μια έρευνα το 2004, ρωτήθηκαν νεαροί βρετανοί τι συσχετισμούς φέρνει στο νου τους η Γερμανία, και αυτοί κατά 78% απάντησαν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ένα 50% απάντησε ο Χίτλερ. Αυτό το στερεότυπο προσπαθεί να διαλύσει ο Πήτερ Γουότσον, να δείξει πως η περίοδος 1933-1945 δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζει το γερμανικό πνεύμα, δεν είναι αυτός ο γερμανικός πολιτισμός ο οποίος έχει συνεισφέρει σε κάθε τομέα του επιστητού.


Για τον Γουότσον, η έννοια της "Γερμανικότητας" αρχίζει να αναπτύσσεται στα τέλη του 17ου αιώνα, αρχές του 18ου, και συνδέεται με δύο βαθιές τομές στην πνευματική και πολιτική ιστορία του γερμανικού έθνους: την ανάδυση της Πρωσίας ως πολιτικής οντότητας που κυριαρχεί στην υπόλοιπη Γερμανία, και στην πνευματική διάσταση του Πιετισμού. Η ανάδειξη της ιδέας του Πανεπιστημίου, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας, την εποχή αυτή αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία η άρτια γραφειοκρατία, αλλά και η αγάπη για τη γνώση καθεαυτή. Κεντρική ιδέα η έννοια της Wissenschaft όπου ενσωματώνει τόσο την επιστήμη, αλλά και την μάθηση, τη γνώση, την λογιοσύνη, ενώ εξυπονοεί "ένα στοιχείο που βασίζεται στην έρευνα, μια ιδέα πως η γνώση είναι μια δυναμική διαδικασία, άξια ανακάλυψης για τον ερευνητή, παρά ως κάτι που παραδίδεται" (σ. 53). Είναι η εποχή που αναπτύσσεται η Διδακτορική Διατριβή, απαραίτητο συστατικό για να σταδιοδρομήσει κανείς στις δημόσιες υπηρεσίες της Γερμανίας, και μαζί μ' αυτήν υπάρχει "η ανάπτυξη των κλασσικών και φιλολογικών επιστημών καθώς και της βιβλικής κριτικής" οι οποίες άσκησαν σημαντικότερη επίδραση απ' όσο κανείς υποθέτει. Εδώ βασική θέση καταλαμβάνει η έννοια της Bildung, όρος που στα ελληνικά μπορεί να μεταφραστεί ως παιδεία, αλλά μάλλον σημαίνει κάτι περισσότερο απ' αυτό, σημαίνει παιδευτική διαμόρφωση, καλλιέργεια, αγάπη για τη γνώση, μια εσωτερική προδιάθεση μάλλον για την κατάκτηση της γνώσης που δεν τελειώνει ποτέ. Για την έννοια της Bildung ο Γουότσον αφιερώνει στην αρχή του βιβλίου του ένα μεγάλο κεφάλαιο που χρησιμεύει ως καθοδηγητικός μίτος για την κατανόηση της πνευματικής εξέλιξης της Γερμανίας. Χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία του: "Η Bildung προσέφερε ένα μέσο εκκοσμικευμένης σωτηρίας διαμέσου της κουλτούρας..... ήταν, στην ουσία, μια εκκοσμικευμέμη μορφή Πιετισμού.....η έννοια της Ιδιοφυίας (υποκείμενα των οποίων οι δημιουργίες προσέφεραν φευγαλέες ματιές θεϊκής σοφίας, φευγαλέες ματιές τελειότητας) σήμαινε πως η αυτο-καλλιέργεια, μέσω της μελέτης των επιτευγμάτων των ιδιοφυιών, προσέφερε στο καλλιεργημένο άτομο την προοπτική να επιτευχθεί προσέγγιση της θεϊκής σοφίας εδώ πάνω στη γη".
Στο υπόλοιπο έργο του ο Γουότσον προσφέρει στον αναγνώστη ένα εκπληκτικό πανόραμα της γερμανικής σοφίας και δημιουργίας. Δεν είναι μια απλή εγκυκλοπαιδική παράθεση ονομάτων, χρονολογιών ή ρευμάτων.
Εμμάνουελ Καντ
 Ο συγγραφέας αναλύει, δεν παραθέτει απλώς, σκύβει στη γενεσιουργό αιτία της εμφάνισης των ιδιοφυιών εκείνων που διαμόρφωσαν τον γερμανικό κόσμο, στην ουσία διαμόρφωσαν συνολικά τον κόσμο, διότι δεν υπάρχει τομέας γνώσης που να μην επηρέαστηκε θεμελιακά από τα επιτεύγματα των Γερμανών.
Μαξ Πλανκ
Υπάρχει πάντως ένα υποκεφάλαιο άξιο αναφοράς, και εδώ θα άξιζε αυτό να μελετηθεί σε μεγαλύτερο βάθος με αναφορές και στην τωρινή εποχή προκειμένου να ερμηνευτούν κάποιες στάσεις και συμπεριφορές. Η παράγραφος αυτή φέρει τον τίτλο "Η Τυραννία της Ελλάδας πάνω στη Γερμανία" (σ. 100) και αναφέρεται σε ένα βιβλίο που εξέδωσε το 1935 ο Ε.Μ. Butler, ερευνώντας την επιρροή που άσκησε ο Βίνκελμαν (και συνακόλουθα η Ελλάδα) πάνω στο έργο των Λέσσινγκ, Γκαίτε, Σίλερ, Χέλντερλιν, Σίνκελ, Λάνγκανς, Σλήμαν, Νίτσε και Γκεόργκε. Γράφει ο Butler: "η Ελλάδα μετασχημάτισε βαθιά όλο το εύρος του σύγχρονου πολιτισμού, επιβάλλοντας τον στοχασμό της, τα κριτήρια της, τις φιλολογικές μορφές της, την κοσμοεικόνα της, τα οράματα και τα όνειρα της παντού. Αλλά η Γερμανία είναι εκείνο το υπέρτατο παράδειγμα της θριαμβεύουσας πνευματικής τυραννίας της. Οι Γερμανοί ήταν εκείνοι που μιμήθηκαν τόσο δουλικά τους Έλληνες: έχουν εμμονή μ' αυτούς στον ύψιστο βαθμό". Ενδιαφέρουσα παρατήρηση που ίσως εξηγεί κάποια πράγματα και στο σήμερα. Όπως  έλεγε και ο Τόμας Μαν: "Εμείς οι φουκαριάρηδες Γερμανοί! Είμαστε ολομόναχοι, ακόμα και όταν είμαστε διάσημοι! Κανείς στον κόσμο δεν μας συμπαθεί". Σίγουρα ο Πήτερ Γουότσον δεν είναι ένας απ' αυτούς που δεν συμπαθούν τους Γερμανούς. Αναδεικνύοντας όμως το μεγαλείο αυτών των πνευμάτων που όρισαν τη μορφή που έχει σήμερα ο κόσμος, παραδέχεται πως "τα επιχειρήματα σ' αυτό το βιβλίο δεν θα ευχαριστήσουν τους πάντες". Γι' αυτό μας λέει έγραψε το βιβλίο, για να δείξει πως πέρα από το Χίτλερ υπάρχει ένα γερμανικό πνεύμα που διαποτίζει την οικουμένη. Δύσκολο βιβλίο για έναν σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Οι λάθος συγκεντρώσεις

Το 2010 στην πλατεία ήσαν οι λεγόμενοι Αγανακτισμένοι, ετερόκλητο πλήθος ακροδεξιών και ακροαριστερών στοιχείων κατά του "Μνημονίου". Η διαμαρτυρία αυτή κόπασε, απλώς υπέβοσκε η οργή και η αγανάκτηση. Η πλατεία ξαναγέμισε χθες με άλλο κοινό, συμπαράστασης στην κυβέρνηση και με το εξής σύνθημα: "Δεν εκβιαζόμαστε, δεν υποκύπτουμε, δεν φοβόμαστε, δεν κάνουμε πίσω, νικάμε".
Δεν εκβιαζόμαστε. Από πότε η τήρηση των συμφωνιών, που υπέγραψε η προηγούμενη κυβέρνηση βάσει μιας συμφωνίας, θεωρείται εκβιασμός της άλλης πλευράς;
Δεν υποκύπτουμε. Κανείς δεν μας υποχρεώνει να υποκύψουμε ή μας βάζει το μαχαίρι στον κρόταφο. Αν αποδέχεσαι τους όρους συμμετέχεις στην ευρωζώνη, αν όχι αγωνίζεσαι να αλλάξεις τους όρους, αν δεν τα καταφέρεις, σηκώνεσαι και φεύγεις.
Δεν φοβόμαστε. Αυτό είναι χρήσιμο για το μέλλον, αν ισχύει στην πραγματικότητα. Υπάρχει όμως και η αίσθηση της άγνοιας φόβου.
Δεν κάνουμε πίσω. Οι μαξιμαλιστικές θέσεις μπαίνουν στην αρχή της διαπραγμάτευσης. Αν είσαι ισχυρός μπορείς να εμμείνεις σ' αυτές, αν και θα υπάρχει κόστος. Αν είσαι αδύνατος, και κατά κάποιο τρόπο επαίτης, δεν γνωρίζεις την αρχή της αυτοσυντήρησης οπότε γίνεσαι επικίνδυνος για τον εαυτό σου.
Νικάμε. Δεν πρόκειται για πόλεμο όμως, ούτε για αγώνα ζωής ή θανάτου. Αν το δεις ως πολεμική σύγκρουση, δεν διέγνωσες σωστά την πραγματικότητα και η προσγείωσή σου θα είναι απότομη.
Οι συγκεντρώσεις στην πλατεία θα είχαν κάποιο νόημα αν γίνονταν για ορθούς λόγους: μαζική συμμετοχή λαού κατά της διαφθοράς στην πολιτική ζωή, για κατάργηση του πελατειακού κράτους, για την διακοπή των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, για κίνητρα στην επιχειρηματικότητα, για σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών. Αυτές οι συγκεκντρώσεις δεν θα γίνουν όσο ο λαός είναι μέρος του προβλήματος.

Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι: Η Μεγάλη Σκακιέρα. Η αμερικανική υπεροχή και οι γεωστρατηγικές της επιταγές

Η ελληνική έκδοση (Λιβάνης, μτφρ: Ελ. Αστερίου)
Η "Μεγάλη Σκακιέρα" του Ζ. Μπρεζίνσκι κυκλοφόρησε το 1997, αλλά ο απόηχος της συνεχίζεται ως σήμερα, εξαιτίας των γεγονότων στην Ουκρανία και των όσων είχε περιγράψει στο βιβλίο του ο αμερικάνος αναλυτής. Ο Μπρεζίνσκι θεωρείται άνθρωπος των προέδρων της Αμερικής καθώς έχει θητεύσει με διάφορους τρόπους σε πέντε απ' αυτούς, και τώρα υπηρετεί ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στον πρόεδρο Ομπάμα. Για να καταλάβουμε τη σκέψη του Μπρεζίνσκι πρέπει να ανατρέξουμε στην γενεαλογική του ρίζα. Γεννήθηκε το 1928 στη Βαρσοβία της Πολωνίας σε μια ευκατάστατη, με αριστοκρατικές ρίζες οικογένεια, και ο πατέρας του Ταντέους Μπρεζίνσκι εργάστηκε ως διπλωμάτης της χώρας του στη ναζιστική Γερμανία ως το 1935, ενώ αργότερα τοποθετήθηκε στην Σοβιετική Ένωση, στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας και των δικών της Μόσχας. Όπως είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη του ο Ζ. Μπρεζίνσκι, αυτό που διαμόρφωσε την κοσμοεικόνα του ήταν "η ακραία βία που ασκήθηκε εναντίον της Πολωνίας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και η οποία με έκανε ακόμα περισσότερο συνειδητοποιημένο πως ένα μεγάλο κομμάτι της παγκόσμιας πολιτικής αποτελεί διαμάχη γύρω από θεμελιώδη ζητήματα". Από τη σκοπιά λοιπόν της βίας που ασκήθηκε στην Πολωνία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο συμπεραίνουμε πως η οπτική του Μπρεζίνσκι ενδεχομένως μακροσκοπικά να είναι αντιγερμανική και αντιρωσική.
Ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι
 Η μεγάλη σκακιέρα είναι ο χώρος της Ευρασίας, το κέντρο της παγκόσμιας ισχύος. Όποιος ελέγχει την Ευρασία ελέγχει τον κόσμο. Αν θέλει η Αμερική μέσα σ' έναν μεταβαλλόμενο κόσμο να παραμείνει ο κυρίαρχος του κόσμου τότε η γεωστρατηγική της πρέπει να αποσκοπεί στην κυριαρχία στον χώρο της Ευρασίας, εκεί όπου κρίνεται η δική της μοίρα αλλά και αυτή του κόσμου. Για τον Μπρεζίνσκι η Αμερική αποτελεί πρότυπο μίμησης για όλον τον κόσμο γιατί συνδυάζει την πολιτική δημοκρατία με την οικονομική ανάπτυξη, και αυτό το ιδεολογικό μήνυμα που στέλνει η Αμερική μέσω του παραδείγματός της συνιστά ένα άξιο προς μίμηση παράδειγμα. Το ερώτημα που προσπαθεί ο Μπρεζίνσκι να ααπαντήσει είναι πως τα επόμενα χρόνια δεν θα βρεθεί κάποια μεγάλη δύναμη ή συνασπισμός δυνάμεων να αμφισβητήσει την επιτυχημένη ιδεολογικο-πολιτική ηγεμονία της Αμερικής, όχι μόνο για το καλό της Αμερικής αλλά για την ευημερία όλου του κόσμου, διότι στη σκέψη του Μπρεζίνσκι αφού το παράδειγμα της Αμερικής είναι ηθικά σωστό, αυτό θα πρέπει και να κυριαρχεί στον κόσμο: "σε αντίθεση με τις προγενέστερες αυτοκρατορίες, αυτό το ευρύ και πολύπλοκο παγκόσμιο σύστημα δεν είναι μια ιεραρχική πυραμίδα. Μάλλον η Αμερική στέκεται στο κέντρο ενός διαπλεκόμενου σύμπαντος, στο οποίο η εξουσία ασκείται μέσα από συνεχείς διαπραγματεύσεις.....ακόμη κι αυτή η εξουσία απορρέει τελικά από μια μόνο πηγή, συγκεκριμένα την Ουάσιγκτον. Και εκεί πρέπει να παιχτεί το παιχνίδι της εξουσίας και μάλιστα να παιχτεί σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες της Αμερικής".
Γεωπολιτικό λάφυρο ορίζεται ο χώρος της Ευρασίας, και η παγκόσμια κυριαρχία της Αμερικής ορίζεται από το πόσο θα διατηρηθεί σ' αυτό το χώρο η υπεροχή της. Ο Μπρεζίνσκι προχωρά στην ανάλυση ενός πλήθους σεναρίων βλέποντας τις σημαντικές χώρες σ' αυτόν τον γεωγραφικό χώρο σαν πεσσούς, προσπαθώντας με διάφορους συνδυασμούς και προβλέποντας τις μελλοντικές κινήσεις να προσανατολίσει την πολιτική της Αμερικής. Από τα πιο χτυπητά παραδείγματα του βιβλίου, που έχει την αξία του στο σήμερα, είναι η αφοριστική διαπίστωση πως "χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία παύει να είναι ευρασιατική αυτοκρατορία". Ο κίνδυνος για τον Μπρεζίνσκι είναι η Ρωσία που δεν έχει πάψει να θυμάται το, υπό διάφορες ιστορικές μορφές,  αυτοκρατορικό της παρελθόν. Η Ουκρανία είναι το κλειδί γι' αυτό. Γράφει συγκεκριμένα: "Αν η Μόσχα ανακτήσει τον έλεγχο της Ουκρανίας, με τον πληθυσμό των 52 εκατομμυρίων, τους σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, η Ρωσία θα ανακτήσει αυτόματα τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να γίνει ισχυρό αυτοκρατορικό κράτος, που θα ενώνει την Ευρώπη και την Ασία. Αν η Ουκρανία έχανε την ανεξαρτησία της, αυτό θα είχε άμεσες συνέπειες για την Κεντρική Ευρώπη, μετασχηματίζοντας την Πολωνία στον γεωπολιτικό άξονα του ανατολικού συνόρου της ενωμένης Ευρώπης". Όσο και αν δεν συμπαθεί κανείς τον πρόεδρο Πούτιν για την αυταρχική στο εσωτερικό πολιτική του (η επιλεκτική χρήση της έννοιας των "ανθρώπινων δικαιωμάτων"  ωστόσο μεταμορφώνει την έννοια αυτή από ηθική κατηγορία σε έννοια με πολεμικό περιεχόμενο), η αποφασιστική πολιτική του στην ανατολική Ουκρανία και την Κριμαία, εκεί όπου κυριαρχεί το ρωσόφωνο στοιχείο, δεν αντιμετωπίστηκε παρά με αμηχανία από τον όχι και τόσο πρόθυμο δυτικό συνασπισμό. Τα όρια της Δύσης είναι στην Ουκρανία, και αυτό το γνωρίζει θαυμάσια ο Μπρεζίνσκι όταν αναφέρει πως "η Ρωσία δεν μπορεί να είναι στην Ευρώπη, αν δεν είναι και η Ουκρανία στην Ευρώπη, ενώ η Ουκρανία μπορεί να είναι στην Ευρώπη, χωρίς να είναι η Ρωσία". Επιθυμεί όμως η Ρωσία να είναι στην Ευρώπη; Αυτό είναι ένα ερώτημα από την απάντηση του οποίου θα καθοριστεί η ισορροπία των δυνάμεων στο όχι και τόσο εγγύς μέλλον. Και ποιός θα είναι ο ρόλος της Γερμανίας, εν σχέσει προς την Αμερική, προκειμένου να απαντηθεί το προηγούμενο ερώτημα; Ο Μπρεζίνκσι αναλύοντας τις ευρωπαϊκές πολιτικές ολοκλήρωσης, τον ρόλο της Γαλλίας και της Γερμανίας καθώς και την αντίληψη που πρέπει να έχει η Αμερική γύρω από το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης καταλήγει στο συμπέρασμα (γράφοντας, επαναλαμβάνουμε, το 1997) πως "μια Ευρώπη την οποία οικοδομεί και στην οποία ηγείται το Βερολίνο δεν είναι δυνατή. Γι' αυτό το λόγο, η Γερμανία χρειάζεται τη Γαλλία, η Ευρώπη χρειάζεται η γαλλο-γερμανική σύνδεση και η Αμερική δεν μπορεί να επιλέξει μεταξύ της Γερμανίας και της Γαλλίας".
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, επίσης, είναι αν ο κόσμος όπως τον αντιλαμβάνεται υπό Αμερικανική κυριαρχία ο Μπρεζίνκσι είναι ένας κόσμος ασφαλής και δίκαιος. Αν η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι θετική, τότε θα πρέπει να προσυπογράψουμε την γεωπολιτική της Αμερικής στο χώρο της Ευρασίας η οποία συνίσταται στη διαμόρφωση "ενός διευρυνόμενου πλαισίου σταθερής γεωπολιτικής συνεργασίας, ενός πλαισίου που αποκρούει την παγκόσμια αναρχία και ταυτοχρόνως καθυστερεί επιτυχώς την εμφάνιση μιας νέας δύναμης που θα αμφσιβητούσε την Αμερική.....αυτοί οι δύο στόχοι είναι αξεχώριστοι από τον ευρύτερο προσδιορισμό του στόχου που έχει η παγκόσμια δέσμευση της Αμερικής, δηλαδή να σφυραλατήσει ένα διαρκές πλαίσιο παγκόσμιας γεωπολιτικής συνεργασίας". Ως η τελευταία ιστορικά υπερδύναμη για τον Μπρεζίνσκι, η Αμερική λοιπόν αναλαμβάνει μια σωτηριολογική αποστολή καλής θέλησης, η οποία αφενός θα διατηρήσει για πολύ καιρό ακόμα την κυρίαρχη θέση της , και από την άλλη να δημιουργήσει ένα γεωπολιτικό πλαίσιο ασφάλειας αναγκάζοντας και τους άλλους γεωπολιτικούς παίκτες στην ανάληψη ευθυνών, συντονισμένοι όμως με την Αμερική.
Στην σκακιέρα του κόσμου, για να κερδίσει κανείς την παρτίδα μερικές φορές απαιτούνται απρόσμενοι ελιγμοί και θυσίες. Για τον Μπρεζίνσκι θυσία θα μπορούσε να είναι η μορφή του έθνους-κράτους. Δεν αναλύει τη σκέψη του περαιτέρω στο σημείο αυτό, αλλά τα όσα λέει είναι αποκαλυπτικά: "Αυτός ο ιστός (που αναπτύσσεται έξω από το παραδοσιακό σύστημα των εθνών-κρατών) τον οποίο υφαίνουν πολυεθνικές εταιρίες, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (από τις οποίες πολλές είναι διεθνικού χαρακτήρα) και επιστημονικές κοινότητες και τον οποίο ενισχύει το Ίντερνετ, δημιουργεί ένα άτυπο παγκόσμιο σύστημα, το οποίο είναι εγγενώς κατάλληλο για πιο θεσμοποιημένη και διευρυμένη παγκόσμια συνεργασία". Αυτός ο ιστός όμως δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνο στα όρια του έθνους-κράτους και ως μοχλός πίεσης περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ιδιαίτερα με την ταυτόχρονη επίκληση αφηρημένων αρχών. Ο Μπρεζίνσκι αντιμάχεται την ανάδυση κάποιας νέας κρατικής εξουσίας με αυτοκρατορική μάλιστα αξίωση που θα μπορούσε να αμφισβητήσει τηνν πρωτοκαθεδρία της Αμερικής, η οποία στα δικά του μάτια ενσαρκώνει τον καλοκάγαθο, και μερικές φορές απρόθυμο, ηγεμόνα. Αν αυτή η κυριαρχία εξασφαλίζει την ειρήνη και την ευημερία στον κόσμο, τότε το γεωπολιτικό συμβόλαιο που φέρει την υπογραφή της οφείλει να διατηρηθεί, με την πικρή διαπίστωση πάντως πως "η ιστορική ευκαιρία που έχει η Αμερική, ως πρώτη δύναμη στον κόσμο, είναι περιορισμένης διάρκειας". Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να έχουμε κατά νου τις εναλλακτικές γεωπολιτικές επιλογές, οι οποίες αυτή τη χρονική στιγμή είναι θαμπές και απροσδιόριστες.


Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Αλεξάντερ Σολζενίτσιν: Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς

Αλεξάντερ Σολζενίτσιν
Όταν πέθανε το 2008 ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, η κομματική φυλλάδα του Κ.Κ.Ε. ο "Ριζοσπάστης" έγραψε για τον θάνατό του αυτό το απίθανο κείμενο:
"Ενας από τους «σημαιοφόρους» της αντισοβιετικής και αντικομμουνιστικής «σταυροφορίας», ο Ρώσος συγγραφέας Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, πέθανε σε ηλικία 89 ετών.
Ηταν από εκείνους που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ανατροπή του σοβιετικού συστήματος, περιγράφοντάς το στα λογοτεχνικά έργα του με τα πιο μελανά χρώματα, χωρίς να λυπηθεί να το περιβάλλει με ψέματα και υπερβολές, ακόμη κι από το οπλοστάσιο του Γκαίμπελς, για να το διαβάλει...Επιστρέφοντας, λίγο αργότερα (το 1994) στη Ρωσία, λίγα χρόνια μετά την ανατροπή του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος που τόσο μίσησε, είχε την τύχη να γευτεί τους «καρπούς» των αντικομμουνιστικών του προσπαθειών, που αποδείχτηκαν πολύ «πικροί» για τα δεκάδες εκατομμύρια των συμπολιτών του, που εξαιτίας της παλινόρθωσης του καπιταλισμού βρέθηκαν στα όρια της εξαθλίωσης, μέσα σε καθεστώς φτώχειας, ανεργίας, διεθνικών αιματοχυσιών, κατάργησης ιστορικών κοινωνικών κατακτήσεων, χειραγώγησης κάθε θεσμού από την ολιγαρχία του πλούτου.
Προς το τέλος της ζωής του προσπάθησε να αρθρώσει έναν κριτικό λόγο στην κατάσταση που επικρατεί στη Ρωσία σήμερα, αλλά από θέσεις οπισθοδρομικές και εθνικιστικές. Δεν μπόρεσε να υπερβεί το αντισοβιετικό και αντικομμουνιστικό του παρελθόν, όπως έκανε ένας άλλος πολύ γνωστός «αντιφρονούντας» αντισοβιετικός συγγραφέας και φιλόσοφος, ο Αλεξάντρ Ζινόβιεφ, που μετά την επιστροφή του στη Ρωσία, ζήτησε συγνώμη από το ρωσικό λαό για την προηγούμενη αντισοβιετική του δράση.
Ετσι και θα μείνει στην ιστορία! Σαν ένας από αυτούς που σημάδευαν τον κομμουνισμό και πέτυχαν τον ίδιο το ρωσικό λαό!"  
Βγαλμένο από τις καλύτερες παραδόσεις της σταλινικής εποχής, το παραπάνω κείμενο δικαιώνει την προσπάθεια που κατέβαλε ο Σολζενίτσιν να διαφωτίσει πρώτα τους συμπατριώτες του και ύστερα όλον τον κόσμο για τον ολοκληρωτισμό του σοβιετικού καθεστώτος και της οντολογικής απομείωσης του ανθρώπινου προσώπου στο όνομα δήθεν ανώτερων κοινωνικών ιδανικών, όπως ήταν το κομμουνιστικό καθεστώς που ρήμαξε τη Ρωσία και τον υπόλοιπο κόσμο όπου επιβλήθηκε. Τέτοια βιβλία σαν το "Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς", το "Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ" ή οι Ϊστορίες από την Κολυμά", μορφή ευαγγελίου πρέπει να λάβουν και να διαβάζονται υποχρεωτικά ήδη από τα σχολικά χρόνια προκειμένου να διαλύουν κάθε μορφή ψευδαίσθησης την στιγμή που γεννιέται η πολιτική συνείδηση στο νέο άνθρωπο.
Έκδοση Signet Classics, μτφρ: Ralph Parker
Ο Σολζενίτσιν ανήκει στην κατηγορία εκείνων των ανθρώπων που έζησαν για να καταθέσουν μια μαρτυρία, τη μαρτυρία για τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που μέσα τους φυλακιζόταν η ανθρωπιά, η αλήθεια και η αξιοπρέπεια. Συνελήφθη το 1945 και καταδικάστηκε σε στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας για 8 χρόνια με την κατηγορία πως έκαμε ένα επικριτικό σχόλιο στον πατερούλη Στάλιν. Αργότερα θα αποκατασταθεί όταν την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης θα αναλάβει ο Νικήτα Χρουστσώφ και θ' αποκαλυφθεί σ' όλον τον κόσμο η εγκληματική πολιτική του Ιωσήφ Τζουγκασβίλι. Η κατάσταση αυτή θ' αλλάξει ξανά και με την απομάκρυνση του Χρουστσώφ από το τιμόνι της χώρας ο Σολζενίτσιν θα βρεθεί στο στόχαστρο των αρχών. Τον απομακρύνουν από την 'Ενωση Συγγραφέων, του κατάσχουν το αριστούργημα του "Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ" και το 1974 αναγκάζεται να φύγει από την ΕΣΣΔ, νωρίτερα όμως είχε προλάβει να βραβευτεί με το βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας. Το 1994 που θα επιστρέψει ξανά πίσω στη Ρωσία θα βρει μια χώρα τελείως αλλαγμένη. Η Ρωσία είναι πια ελεύθερη από την κομμουνιστική τυραννία, αλλά ο Σολζενίτσιν έχει βρει έναν άλλο εχθρό τώρα, αυτόν που ενσαρκώνει η νέα ολιγαρχία που προέκυψε από τα συντρίμια του παλαιού καθεστώτος, ο αρπακτικός καπιταλισμός (ο οποίος δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με την μορφή εκείνη που γεννήθηκε στη Δύση) και το δυτικό life style που ξενίζει παραδοσιακά ήθη του ρώσικου πολιτσιμού. Γεννιέται έτσι ένας ιδιόμορφος εθνικισμός, όχι άγνωστος πάντως στη ρωσική πνευματική ζωή, και ένας αντιδυτικισμός που προσδιορίζουν την πολιτική σκέψη του Σολζενίτσιν ως τον θάνατό του. Η αλήθεια είναι πως ο Σολζενίτσιν έζησε μια ιδιότυπη εξορία, στο Βερμόντ των ΗΠΑ, και δεν συμμετείχε στην πνευματική ζωή της Αμερικής, δεν γνώρισε από μέσα την κοινωνία που ζούσε (δεν ήξερε καλά ούτε την αγγλική γλώσσα), και η αντίληψη του κόσμου που διαμόρφωσε δεν επηρεάστηκε από την πατρίδα που τον φιλοξένησε, παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ένας Ρώσος, νοσταλγώντας την ιδέα της αγνής και αμόλυντης από ξένες επιδράσεις Ρωσίας.
Η ελληνική έκδοση, εκδ. Πάπυρος, μτφρ: Δ. Τριανταφυλλίδης

Το "Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς" κυκλοφόρησε το 1962. Σαν λογοτεχνική μορφή το βιβλίο δεν έχει ενδιαφέρον, δεν εμπεριέχει την ποικιλία των χαρακτήρων και των εντάσεων ενός βιβλίου όπως το "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων" του Ντοστογέφσκυ. Το κάτεργο του Σολζενίτσιν είναι μουντό, βαρύ, πεζό. Η πάλη για την καθημερινή επιβίωση του κεντρικού ήρωα Ιβάν Ντενίσοβιτς Σούκοβ διαποτίζει την ψυχή του αναγνώστη, αναλύεται και η παραμικρή λεπτομέρεια που σκαρφίζεται ο Ιβάν Ντενίσοβιτς για να επιβιώσει, πώς θα ξεγελάσει τους δεσμοφύλακες, πως θα φάει τα ελάχιστα ψίχουλα ψωμιού για να επιβιώσει. Δεν υπάρχουν μεταφυσικές πτήσεις, σκέψεις ή επαναστατικές ιδέες, προέχει η μέρα να περάσει δίχως προβλήματα, μια "ημέρα δίχως μαύρα σύννεφα, σχεδόν μια ευτυχισμένη μέρα": αυτός είναι ο στόχος του Ιβάν Ντενίσοβιτς στο σταλινικό γκούλαγκ. Όπως γράφει ο Σολζενίτσιν για τον ήρωά του, μιλώντας φυσικά για τις εμπειρίες που και ο ίδιος έζησε, "η ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης τον εξουθένωνε από το πρωινό ξύπνημα ως την ώρα του βραδινού ύπνου, δίχως ένα δευτερόλεπτο για ξένοιαστους στοχασμούς". Κι όμως, μέσα σ' αυτό το περιβάλλον μπορούν να αναπτυχθούν ανθρώπινες συντροφικές σχέσεις, ένα απλό κοίταγμα, μια χειρονομία, ένας απλός λόγος, ακόμα και η προσφορά ενός μπισκότου στον φυλακισμένο συνάνθρωπο, φανερώνουν πως η τεχνική της επιβίωσης και η διατήρηση της αξιοπρέπειας δεν νικήθηκαν από το καταπιεστικό καθεστώς. Ο Σολζενίτσιν έζησε και μαρτύρησε, και η μαρτυρία του "αληθής εστί".