Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Μνήμη Θεού

Φλάννερυ Ο' Κόννορ: "Να μπορούσα να έχω μόνο τον Θεό στο νου μου. Να μπορούσα να τον σκέφτομαι αδιάκοπα". ("Ημερολόγιο Προσευχής")


«᾿Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»
 «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμὸν» (Αʹ Θεσσαλ. εʹ 17· Ματθ. κστʹ 41)

Διχογνωμίες μεταξύ αναγνωστών

Όταν βρίσκεσαι σε μια παρέα ποτέ δεν πρέπει ν' αποκαλύπτεις τις αναγνωστικές σου συνήθειες. Είναι προτιμότερο να μιλάς, με όση οίηση και ξιπασιά διαθέτεις για τις ερωτικές σου συνήθειες, το ερωτικό σου ιστορικό, παρά να μιλάς για τις αναγνωστικές σου προτιμήσεις, για αγαπημένους συγγραφείς, για υπερτιμημένους συγγραφείς, κυρίως δε να μη σχολιάζεις τα αναγνωστικά γούστα των άλλων καθώς αν συμβεί αυτό είναι ενδεχόμενο να προκύψουν τα εξής ζητήματα: Πρώτον, η οίηση να καταβάλλει εσένα και να προβείς έτσι σε μια άχρηστη επίδειξη των αναγνωστικών σου ικανοτήτων ή της γενικότερης παιδείας σου, το οποίο θα σε καταστήσει αγενή ή αντιπαθητικό στα μάτια της παρέας. 


Δεύτερον, δεν πρέπει να προβείς σε αρνητικό σχολιασμό των αναγνωστικών προτιμήσεων των άλλων, όσο κι αν σε καίει το ζήτημα, όσο κι αν νιώθεις πως σε πνίγει το δίκιο ως έμπειρου αναγνώστη που έχει λιώσει πάνω από εκατομμύρια σελίδες αναζητώντας μοναδικές μοναχικές ευτυχισμένες στιγμές. Και σ' αυτό το σημείο, αν επιβάλεις το δίκιο σου ενδέχεται να γίνεις αντιπαθής, ίσως περισσότερο από την πρώτη περίπτωση εφόσον αμφισβητείς ευθέως τις αναγνωστικές προτιμήσεις του άλλου, με άλλα λόγια έχεις φθάσει στο σημείο να τον θεωρείς μπροστά στα μούτρα του αδαή, άγευστο, ίσως και αγράμματο, έχεις φθάσει ν' αμφισβητείς τον δικό του τρόπο κάλυψης του ελεύθερου χρόνου του, σχεδόν έχεις υπονομεύσει το δικαίωμα του στη ζωή και στο σφάλμα. Δεν παίζουμε, δίχως να λάβουμε υπόψη όλες τις πιθανές παραμέτρους, με την αναγνωστική υπόσταση του άλλου διότι τότε εισερχόμαστε στα άδυτα της πιο μύχιας υπαρκτικής του κατάστασης: εκείνης του εαυτού έναντι του βιβλίου.

Αλλά ούτε μπορείς και να σιωπήσεις ενώπιον του δικού σου εαυτού καθώς τότε θα αυτοκατηγορηθείς ως αμφισβητίας των δικών σου επιλογών. Στη μάχη για την ύπαρξη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Προχθές λοιπόν στην παρέα ήλθε, αναγκαστικά αφού είχαν εξαντληθεί όλα τα θέματα η συζήτηση για τα βιβλία και τα διαβάσματά μας αυτόν τον καιρό. Πιστός στις απόψεις μου δεν μίλησα, αλλά μίλησαν οι άλλοι και ανάμεσα στους συγγραφείς που διάβαζαν αυτόν τον καιρό ήταν και ο Αύγουστος Κορτώ τον οποίον εκθείαζαν, περίπου, ως μεγάλο σύγχρονο συγγραφέα.  Ένα από τα ελαττώματα μου είναι πως δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξη μου όταν αισθάνομαι πως ανατρέπονται οι αρχές της καλαισθησίας της γραφής- δεν είναι θέμα βαθιάς κριτικής αποτίμησης ενός συγγραφικού έργου, είναι απλά η χρήση της κοινής λογικής. Ο Κορτώ έχει αρετές, κυρίως όσον αφορά τη μεταφραστική του δεινότητα, αλλά ως συγγραφέας είναι κάτι ανάλογο της Λένας Μαντά. Πληθωρικός ως προς τις πωλήσεις, όχι πληθωρικός ως προς την ουσία. Την άποψη μου τη διατύπωσα στην παρέα δίχως κάποιον ιδιαίτερο φανατισμό, ούτε αναλύοντας περαιτέρω την, αυτονόητη για μένα, εξομοίωση των δύο προαναφερόμενων συγγραφέων, αλλά σκεπτόμενος πόσο αγώνα πρέπει να δίνει κανείς για τα αυτονόητα, ακόμη κι αν αυτά αφορούν αναγνωστικές συνήθειες που, σε τελική ανάλυση, ενδιαφέρουν ελάχιστους. Ήταν προφανές πως οι φίλοι μου περνούσαν την junk food περίοδο τους ως αναγνώστες, αλλά αν συνηθίζει κανείς την κακιά τροφή δυσκολεύεται αργότερα να αναγνωρίσει τις ευεργετικές συνέπειες της υγιούς πνευματικής διατροφής.

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Σαντιάγο Ρονκαλιόλο: Καρφίτσες στην άμμο

Το προηγούμενο, και μοναδικό, βιβλίο, του Ρονκαλιόλο που είχα διαβάσει ήταν η "Τέταρτη Ρομφαία", ένα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο γύρω από την παράνοια του ένοπλου αντάρτικου του "Φωτεινού Μονοπατιού", μιας μαοϊκής οργάνωσης ψυχοπαθών που αν ποτέ κέρδιζαν την εξουσία στο Περού θα μετέβαλαν τη χώρα σε μια λάτιν εκδοχή της Βόρειας Κορέας. 

Χρειάστηκε όμως ποτάμια αίματος για να εξοντωθεί, ως επί το πλείστον, η οργάνωση και ένας αμφιλεγόμενος πρόεδρος που στην προσπάθειά του για επικράτηση ανέστειλε τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα του, ο Αλμπέρτο Φουχιμόρι, και όλα αυτά συνιστούν πρώτης τάξεως μυθιστορηματικό υλικό για ταλαντούχους συγγραφείς όπως ο Ρονκαλιόλο.

Το "La noche de los alfileres" διαβάζεται ως θρίλερ με πρωταγωνιστές τέσσερα σχολιαρόπαιδα που φοιτούν σε εκκλησιαστικό σχολείο στη Λίμα, ο Κάρλος, ο Μπέτο, ο Μανού και ο Μόκο. Τέσσερις διαφορετικοί τύποι αλλά με κοινά χαρακτηριστικά: προέρχονται από προβληματικές οικογένειες και μεγαλώνουν σε μια κοινωνία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της τρομοκρατικής παρουσίας των μαοϊκών ανταρτών, στη δεκαετία του 1990, με τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης και τη μαζική κατανάλωση προϊόντων φίρμας να αντιμάχονται την "θεολογική" ψύχωση του θεωρητικού του "Φωτεινού Μονοπατιού" Γκουζμάν. Σ' αυτό το περιβάλλον υπάρχει το εκκλησιαστικό ίδρυμα με τους άκαμπτους ηθικούς νόμους και τους λειτουργούς του που κηρύττουν έναν κώδικα αρχών που έρχεται σε αντίθεση τόσο με την ορμητική φύση νεαρών αρρένων, όσο και με την πραγματικότητα που αυτοί βιώνουν. Το κεντρικό πρόσωπο αυτής της αντίφασης, το ψυχρό τέρας με το σκοτεινό όμως παρελθόν, είναι η καθηγήτρια, η δεσποινίς Πρίνγκλιν, την οποία οι τέσσερις μαθητές σχεδιάζουν να της κάνουν κάποιο είδους κακό που θα το θυμάται για πάντα.

Ο Ρονκαλιόλο σκηνοθετεί ένα αριστουργηματικό θρίλερ μέσα από την διαφορετική κάθε φορά οπτική των τεσσάρων παιδιών. Μικρά ευσύνοπτα κεφάλαια στα οποία ο κάθε μαθητής προσφέρει τη δική του ματιά ή εκδοχή των γεγονότων που οδηγούν αναπόδραστα στο μαρτυρικό τέλος. Η Πρίνγκλιν, θύτης και θύμα των καταστάσεων συγχρόνως, από αποκρουστική μορφή απάνθρωπης και πάντως αντιπαιδαγωγικής λογικής, γίνεται, όσο προχωρεί το έργο στην κορύφωσή του, συμπαθής και οικεία στον αναγνώστη καθώς ο Ρονκαλιόλο αποκαλύπτει το προσωπικό της δράμα αλλά και την αξιοπρέπεια της την ώρα του βασανισμού της από τους τέσσερις μαθητές. 

Κανείς με σώας τα φρένας του, καθώς ολοκληρώνεται το βιβλίο δεν μπορεί να μην τη συμπαθήσει τελικά- ούτε αυτή η κόρη της την είχε καταλάβει, γι' αυτό και ευχόταν να μην εμφανιζόταν ξανά ύστερα από την εξαφάνισή της. Και τους τέσσερις βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου, τους βρίσκω εξαιρετικά απεχθείς- είναι βασανιστές, υπερφίαλοι, κενόδοξοι, μοχθηροί. Η Πρίνγκλιν κερδίζει το σεβασμό μου γιατί αυτή είναι το θύμα, αυτή στο τέλος θα πληρώσει με τη ζωή της, ενώ οι τέσσερις θα ζήσουν για να καταδιώκονται από τις ενοχές τους όπως σοφά επισημαίνει στο τέλος ο Κάρλος.

Άλλωστε το ποιοί πραγματικά ήσαν οι τέσσερις το μαθαίνουμε κάπου στη μέση της διήγησης:
"Έτσι είμαστε κι εμείς, σαν τις καρφίτσες: μερικά σχολιαρόπαιδα του κώλου, χαμένα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα σχολιαρόπαιδα του κώλου".

Η εξέλιξη δικαίωσε αυτήν την διαπίστωση.

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Jim Thompson: Pop. 1280

Μια ματιά στην κόλαση, μια βουτιά στο έρεβος και την απελπισία- εκλεκτά συστατικά, με μια δόση φιλοσοφίας μηδενισμού και μπλακ χιούμορ, για να γίνει θελκτικό ένα ανάγνωσμα σαν κι αυτό του Τζιμ Τόμσον, Αμερικάνου συγγραφέα που συγκαταλέγεται ανάμεσα σ' αυτούς που έγραψαν το γοητευτικό είδος του noir και του pulp fiction.

To 1964 κυκλοφόρησε το Pop. 1280, που αποδόθηκε εύστοχα στα ελληνικά "Χίλιες Διακόσιες Ογδόντα Μαύρες Ψυχές" (μετάφραση Ανδρέα Μπάμπαλη, εκδόσεις Γνώση) και αναφέρεται στον πληθυσμό της κομητείας Πότσβιλ, εκεί όπου κυριαρχεί η μορφή του σερίφη Νικ Κόρεϋ, από τους πιο αντισυμβατικούς, ολωσδιόλου "κακούς" ήρωες- ο σερίφης αυτός δεν είναι για να εφαρμόζει το νόμο, τουλάχιστον όπως η κοινή λογική τον αντιλαμβάνεται, αλλά θεωρεί εαυτόν ως όργανο της θείας πρόνοιας προκειμένου να επιβάλλει την τάξη. 

Βέβαια, τούτη η θεία πρόνοια δεν είναι ακριβώς αυτό που ένας ευσεβής χριστιανός θα ανέμενε, αλλά μια διεφθαρμένη αντίληψη περί δικαιοσύνης και απονομής της που βασίζεται στην άκουσμα της εσωτερικής φωνής μου μιλά μέσα στον σερίφη Νικ Κόρεϋ:

"Πρέπει να συνεχίσω να κάνω το θέλημα του Κυρίου. Αυτός θα μου δείχνει τους ενόχους, κι εγώ θα αναλαμβάνω τα αντίποινα στο όνομα Του......Το μόνο που μου επιτρέπεται είναι ν' ακολουθώ τις εντολές του Κυρίου και να χτυπάω ανελέητα τους φτωχούς αμαρτωλούς, που κανείς δεν τους λογαριάζει". Η θεολογική ματιά του Κόρεϋ δικαιολογεί το κακό υπαρκτό εφόσον ο δημιουργός του είναι τελικά αυτός που αστόχησε: η ατομική βούληση επιλογής του καλού αντί του κακού σχετικοποιείται ως μια δυνατή αλλά μικρή πιθανότητα- στη ζωή αυτή αναμετριόμαστε μόνο με τις δυνάμεις του κακού γιατί έτσι τα προόρισε ο Θεός: "Δεν μπορείς να κατηγορήσεις ένα βάζο πως είναι στραβό, όταν ξέρεις πως το χέρι του αγγειοπλάστη είναι που αστόχησε", ισχυρίζεται ο σερίφης του Πότσβιλ, για να δικαιωθεί λογοτεχνικά ο δημιουργός του.

Ο σερίφης Κόρεϋ αναποδογυρίζει το ηθικό σύμπαν, καταπατά κάθε εντολή του Κυρίου, απλώνει την ηθική του σήψη σε όσους τον συναναστρέφονται, έχει όμως ένα ακλόνητο, θεολογικών αποχρώσεων, επιχείρημα: "Αν εγώ βάλω κάποιον σε πειρασμό, αυτό δε σημαίνει βέβαια πως αυτός πρέπει να υποκύψει στον πειρασμό"- κι αυτό το επιχείρημα είναι αρκετό να ερμηνεύσει τη σχέση των διαφόρων θηλυκών πειρασμών του έργου, γυναίκες που υποτάσσονται στην αρχέγονη ερωτική δύναμη του αρσενικού Κόρεϋ, για να μετατραπούν σε όργανα της ιδιότροπης θείας πρόνοιας.

Jim Thompson
Ο γοητευτικός παλιανθρωπισμός του σερίφη Νικ Κόρεϋ, δεν θα μπορούσε να ανθίσει παρά μονάχα αν ο συγγραφέας είχε ενστερνισθεί την άποψη περί της αθλιότητας της ανθρώπινης φύσης. Σε έναν κόσμο καθαρμάτων (ενδιαφέρουσα οντολογική άποψη: "είμαστε μια μικρή μειονότητα αποτελούμενη από έναν και μόνο άνθρωπο"), ο Κόρεϋ διασώζεται γιατί ομολογεί τη συνάφεια του με το σύνολο των καθαρμάτων και των παλιανθρώπων αυτού του κόσμου, και ακόμα περισσότερο, να θεωρεί εαυτόν σε ακόμα χαμηλότερο επίπεδο απ' αυτούς. Μια θυσία γι' αυτόν, ένα είδος ταπείνωσης, να είναι σερίφης σ' αυτή την κομητεία.

Ακόμα και τα βαθιά ερωτήματα που τον απασχολούν, ίσως δεν βρουν απάντηση σ' αυτόν εδώ τον κόσμο: "Ξύνομαι μετά στ' αρχίδια, κι αναρωτιέμαι ποιά στιγμή ακριβώς αυτό που κάνω παύει να είναι ξύσιμο κι αρχίζει να γίνεται μαλακία".

Ο Τζιμ Τόμσον ο οποίος πέθανε από ασιτία, αφού είχε διαγνωστεί με καρκίνο συνέπεια του χρόνιου αλκοολισμού του, αρνούμενος να φάει είχε αποδεχτεί το μάταιο της συνέχισης της υλικής του υπόστασης, έγραψε hard boiled μυθιστορήματα γεμάτα με αρνητικούς (τρόπος του λέγειν ;) ήρωες- αλλά κέρδισε το γενικό σεβασμό ομοτέχνων του όπως ο Στήβεν Κινγκ, κι αυτό λέει αρκετά.


Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Εκδοτικό φάουλ

Οι εκδόσεις "Μεταίχμιο" επανακυκλοφόρησαν τη μετάφραση του Θ. Παρασκευόπουλου (είχε εκδοθεί για πρώτη φορά από τον "Εξάντα") του εμβληματικού έργου του Τόμας Μαν "Το Μαγικό Βουνό". Κάποιες φορές κρίνεται απαραίτητο να εκδοθούν καινούργιες μεταφράσεις έργων οι οποίες είτε είχαν προβλήματα στο παρελθόν, είτε ο χρόνος έχει αφήσει πια τα σημάδια του σ' αυτές. 

Όμως πουθενά στην έκδοση αυτή του "Μαγικού Βουνού" δεν αναγράφεται, έστω ως βιβλιογραφική ενημέρωση ή σημείωση, πως προϋπήρξε η θρυλική μετάφραση του Άρη Δικταίου, απ' την οποία, αλλά και από το σύνολο του μεταφραστικού του έργου, μορφώθηκε μια ολόκληρη γενιά. Να αναφερθεί έστω ως υποσημείωση στα χρόνια της αναγνωστικής μας αθωότητας και νεότητας.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Ευχαριστία στο Θεό από το Θωμά Ακινάτη

"Ο Ακινάτης ήταν ένας εύσωμος άνθρωπος, αδέξιος και βραδυκίνητος, χαρακτηριστικά τα οποία του προσέδωσαν το παρατσούκλι "ανοήμων βους". 
Απαρνήθηκε όλες τις θέσεις εξουσίας και γοήτρου, είτε αυτές ενός αυλικού είτε ενός ηγουμένου. 
Ήταν, πάνω απ' όλα, ένας εραστής των βιβλίων και της ανάγνωσης. 
Όταν ερωτήθηκε για ποια αιτία ευχαριστούσε περισσότερο το Θεό, αποκρίθηκε: "Επειδή μου επιδαψίλευσε το χάρισμα της κατανόησης κάθε σελίδας που έχω διαβάσει".
Από το " Curiosity" του Alberto Manguel.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Kiss me, deadly του Μίκυ Σπιλλαίην

Χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 30 χρόνια, ίσως και περισσότερα, για να ξαναδιαβάσω Μίκυ Σπιλλαίην χάρη στο απίθανο στοκ ενός παλαιοβιβλιοπώλη. Μεταφρασμένο ως "Στόχος: Μάικ Χάμμερ", το γνωστό Kiss me, deadly, από τις εκδόσεις Βίπερ σε μετάφραση, που δείχνει εμφανώς τα χρόνια της, από την Τασσώ Καββαδία (έτος κυκλοφορίας 1981), προσφέρει κατ' αρχάς μιας νοσταλγική κατάδυση στο αρχείο των αναμνήσεων μας. 






Mickey Spillaine
Ο Σπιλλαίην δεν είχε ποτέ τις λογοτεχνικές αρετές των άλλων συγγραφέων του hard boiled μυθιστορήματος, αλλά αυτό που έχει το προσφέρει άφθονα: ο Μάικ Χάμμερ, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ ήρωας του, σκοτώνει με όλους τους δυνατούς τρόπους, εύκολα, αβίαστα, και κυρίως με τις γροθιές του, ενώ όσο και να τον θέλγουν οι όμορφες γυναίκες δεν διστάζει να τις κάψει ζωντανές αν ανήκουν στον κύκλο των "κακών". 

Το πόστερ της ταινίας που γυρίστηκε το 1955
Η δράση όπως συμβαίνει σε όλα τα έργα του Σπιλλαίην είναι καταγαιστική. Στο επίκεντρο των ερευνών του Μάικ Χάμμερ είναι ο θάνατος της Μπέργκα Τορν που συνδέεται με την Μαφία και κάποια αμύθητη περιουσία που έχει βάλει στο μάτι. Οι κακοί και οι καλοί ξεχωρίζουν αμέσως, με τον Μάικ Χάμμερ να μην μπορεί να αντισταθεί στα προκλητικά λάγνα βλέμματα των γυναικών που τον περιτριγυρίζουν και στον θάνατο που ξερνάνε οι γροθιές του. Περισσότερο τον ενδιαφέρει όμως η απόδοση δικαιοσύνης, με τον δικό του τρόπο βέβαια, και γι' αυτό ακόμα και οι κακές "κούκλες" έχουν την κατάληξη που τους αξίζει. Χωρίς λογοτεχνικές αρετές,φυσικά, το βιβλιαράκι αυτό προσφέρει ευχάριστο διάλειμμα και μια εσωτερική εκτόνωση- είναι χρήσιμο να γνωρίζεις πως υπάρχει ένας χάρτινος ήρωας που να μην φοβάται ακόμα και το αυτονόητο, όταν "η τρύπα στην άκρη του αυτόματου σημάδευε πάντα το στομάχι μου".

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

C. Woolrich: Φάντομ Λέϊντυ

Εκδ. Μέδουσα, μτφρ Γ. Χαραλαμπίδης, χ.χ
Δεν γνώριζα τον Cornell Woolrich και οφείλω να αυτομαστιγωθώ. Κι όμως, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καλύτερους του νουάρ μυθιστορήματος, αλλά και σαν προσωπικότητα μοιάζει νάχει υλικό για ένα νέο μυθιστόρημα γύρω από τη ζωή του. Στο βιογραφικό που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου διαβάζουμε γι' αυτόν: 

"Ήταν κοκκινομάλης, με λεπτό άσπρο δέρμα, κόκκινα φρύδια και γαλανά μάτια. Φαινόταν άρρωστος. Έμοιαζε με πτώμα. Τα ρούχα έπλεαν πάνω του. Έδειχνε αδύναμος, το δέρμα του προσώπου του ήταν γκρίζο και είχε μονίμως μια πικρόχολη έκφραση. Το χιούμορ του ήταν μακάβριο. Η φωνή του ένρινη. Θάλεγες ότι έκλαιγε. Μπορεί και να ήταν φυματικός. Έδινε την εντύπωση ότι ένας δυνατός αέρας θα τον σώριαζε χάμω".

Αυτή η περιγραφή του συγγραφέα θα μπορούσε να σταθεί και ως χαρακτήρας στο βιβλίο του Phantom Lady που δημοσιεύτηκε το 1942. Ένα διήγημα με έξοχη ανατροπή στο τέλος, διάχυτη αγωνία και φόβο σε όλη την αφήγηση, ένα ζοφερό κλίμα όπου ο βασικός ήρωας Σκοτ Χέντερσον πρόκειται να εκτελεστεί για το φόνο της γυναίκας του, τον οποίο όμως δεν διέπραξε ο ίδιος. Η καφκική πραγματικότητα στην οποία βρίσκεται εγκλωβισμένος μπορεί ν' ανατραπεί μονάχα αν βρεθεί μια γυναίκα που χρησιμεύει ως το βασικό απαλλακτικό του άλλοθι, μια τυχαία γυναίκα που συνόδεψε σε μια μοιραία έξοδο μαζί της το βράδυ που δολοφονήθηκε η γυναίκα του. 

Cornell Woolrich
Η ιστορία είναι γεμάτη από κατεστραμμένους χαρακτήρες και από μια πρόζα κοφτή, υπαινικτική, που δημιουργεί έντονα συναισθήματα φόβου και υποψιών. Ακόμα και όταν η δράση είναι σε ανοιχτούς δρόμους και πλατείες, πάλι ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτύπωσει το έντονο αίσθημα ανησυχίας στον αναγνώστη: "Δύο άνθρωποι σταμάτησαν με δυσπιστία. Οι δύο έγιναν τέσσερις, οι τέσσερις οχτώ. Αυτός και η κοπέλα είχαν συμπεριληφθεί στον άδειο πυρήνα του πλήθους που σ' ελάχιστο χρόνο τους είχε κυκλώσει και πολλαπλασιαζόταν, προσθέτοντας κάθε φορά ένα νέο κύκλο στον εξωτερικό". 

Ένα βιβλίο με ηθικό δίδαγμα, να μην βγαίνουμε με άγνωστες γυναίκες αν δεν θυμόμαστε το πρόσωπό τους, σύμφωνα με τον αστυνόμο Μπέρτζες. Σύμφωνα με μας, να διαβάζουμε βιβλία που θα τα θυμόμαστε πάντα, και το Φάντομ Λέιντυ είναι ένα απ' αυτά, έναν πολύ δυνατό νουάρ που μάλιστα είχε γυριστεί και ταινία από το Χόλλυγουντ το 1944 με πρωταγωνιστές τους Franchot Tone και Ella Raines.

Μ. Περάνθη: Σουλιώτες

Το 1957 δημοσιεύτηκαν οι "Σουλιώτες" του Μιχ. Περάνθη, ένα βιβλίο αφιερωμένο από τον συγγραφέα στην Κύπρο και στον αγώνα της, δικαιολογημένα για την εποχή εκείνη. Αναρωτιέμαι αν εξακολουθεί ο Περάνθης να διαβάζεται και σήμερα, τα βιβλία του πάντως εξακολουθούν να επανεκδίδονται, και ειδικά οι Σουλιώτες, αυτή η καταπληκτική απόδοση μιας ηρωικής ιστορικής εποχής όπου κυριαρχούσε η αγάπη για την πίστη και η φιλοπατρία. 

Ο Περάνθης χρησιμοποιεί ιστορικό υλικό από την τότε βιβλιογραφία για ν' αποδώσει με μεγάλη πειστικότητα τον αγώνα τον Σουλιωτών κατά των Τούρκων, δίχως ωστόσο να παραγνωρίζει και τις εσωτερικές έριδες ανάμεσα στις φάρες που διοικούσαν την περιοχή του Σουλίου. Η γλώσσα του κειμένου σε μεταφέρει σ' εκείνη την εποχή, γι' αυτό και νεώτεροι αναγνώστες που δεν είναι συνηθισμένοι σε διαφορετική από τη σημερινή διάλεκτο της ελληνικής ίσως κουραστούν από την ανάγνωση του βιβλίου που δεν είναι και μικρό. Το γλωσσάρι στο τέλος της παλιάς έκδοσης που διάβασα σίγουρα βοηθά για κάποιες εξεζητημένες εκφράσεις. 

Μ. Περάνθης
Οι Σουλιώτες σύμφωνα με την παράδοση, αλλά και την μυθιστορηματική απεικόνιση από τον Περάνθη ήταν ένας λαός που ήξερε να πολεμά, γι' αυτό και ο Αλή Πασάς δεν είχε εύκολο έργο ως την τελική επικράτηση η οποία υπήρξε τελικά μια "πύρρειος νίκη" που επετεύχθη και από την έλλειψη εσωτερικής ενότητας των Σουλιωτών σε κάποιες κρίσιμες στιγμές. Ο Περάνθης εκτός από την ηρωική αντίσταση των Σουλιωτών, διανθίζει το έργο του και με αισθηματικές ιστορίες ανάμεσα στους πρωταγωνιστές βασιζόμενος στα ήθη εκείνης της εποχής- η διαπόμπευση μιας γυναίκας υπήρξε όντως χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των ορεσείβιων κοινωνιών, και όπως αναφέρει στο επίμετρο του ο Περάνθης "το πόμπεμα των γυναικών που αμάρταιναν ίσχυεν ως ποινή και σε πολλά χωριά. Είναι έθιμο διατηρημένο από την ελληνικήν αρχαιότητα".  

Οι Σουλιώτες, σύμφωνα με τον Περάνθη, είχαν χριστιανική συνείδηση, η πίστη τους ήταν αυτή που προσδιόριζε την αντίθεση τους με τους τουρκαλβανούς, η πίστη στην ιερά ιστορία που έρχεται από πολύ μακριά, συνέχει το γένος εκείνο που θεωρεί εαυτόν απόγονο των αρχαίων Ελλήνων και των Βυζαντινών. Η αίσθηση της ιστορικής ενότητας είναι αυτή που διαπαιδαγωγεί τα παιδιά των Σουλιωτών, σύμφωνα με τη διδασκαλία του καλόγερου Σαμουήλ: "Ο Κωνσταντίνος μας μαρμαρώθηκε μαζί με το άλογό του και την κορώνα του και το δικέφαλο αετό, αυτόν όπου'χομε στο μπαϊράκι μας, και τρέχει τις νύχτες και περπατεί στα πέρατα της ρωμηοσύνης, όσο να ιδούμε πάλι το σταυρό στον τρούλο της αγιά-Σοφιάς...Τώρα τα χρόνια πέρασαν κι οι καιροί ήρθαν. Κι εκεί που' ναι μόνο το Σούλι ελεύτερο, θα λευτερωθεί και η Ήπειρο, ύστερα παρακάτω κι η Ρούμελη και παρακάτω ο Μοριάς κι όλο το γένος....". Δίχως αυτήν την πίστη, πολλά πράγματα δεν μπορούν να εξηγηθούν μονάχα με το συσχετισμό δυνάμεων ή την εκμετάλλευση των αδυναμιών του αντιπάλου, χρειάζεται και η συνεκτική ιδέα που θα "δέσει" τον ποθούμενο σκοπό. Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα σε μια αντιηρωική εποχή.

 

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Τα βιβλία που διάβασα τον Φεβρουάριο 2017

1. Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Στο δικαστήριο του πατέρα μου
2. Edith Wharton: The House of Mirth
3. Clarice Lispector: The passion according to G.H.
4. Μάργκαρετ Άτγουντ: Η Ιστορία της Πορφυρής Δούλης
5. Αθηνά Κακούρη: Πριμαρόλια
6. Ουμπέρτο Έκο: Μπαουντολίνο

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Αθηνά Κακούρη: Πριμαρόλια

Το πετυχημένο ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να είναι καρπός βαθιάς μελέτης από τον συγγραφέα της ιστορικής περιόδου που πρόκειται να ζωντανέψει. Κυριολεκτικά, πρέπει να καταβροχθίσει βιβλιοθήκες για να μεταφέρει τον αναγνώστη στο κλίμα της εποχής. 

Η Αθηνά Κακούρη με το προλογικό της σημείωμα στην "Πριμαρόλια" (Πρώτη Έκδοση 1999) απαριθμεί τα έργα εκείνα που την βοήθησαν να μπει στο κλίμα της εποχής, στην Πάτρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Κάτι ανάλογο, από τα έργα που διάβασα πρόσφατα, είχε κάνει και ο Πετσάλης Διομήδης με τα δύο έπη του 'Οι Μαυρόλυκοι" και "Ελληνικός Όρθρος"- προτού ο αναγνώστης εισέλθει στην ανάγνωση του μυθιστορήματος έχει ήδη κατατοπιστεί για το εύρος της βιβλιογραφίας και του μόχθου του συγγραφέα που απαιτήθηκε για τη συγγραφή του βιβλίου. Στην ουσία λειτουργεί και ως κίνητρο για περαιτέρω μελέτη, αν μας ενδιαφέρει να μάθουμε περισσότερα για τη συγκεκριμένη εποχή.

Αθηνά Κακούρη
Το βιβλίο είναι ογκώδες, αλλά η γραφή της Αθηνάς Κακούρη είναι κλασική, οι προτάσεις είναι καλοδουλεμένες, δεν κουράζει τον αναγνώστη, οι χαρακτήρες της είναι μελετημένοι, ζωντανοί, η εποχή του τέλους του 19ου αιώνα στην κοσμοπολίτικη Πάτρα παρουσιάζεται ανάγλυφη με έμφαση στην λεπτομέρεια των σχέσεων και των ηθών, των αντικειμένων, του φυσικού περιβάλλοντος. Ένα αστικό μυθιστόρημα μιας άλλης εποχής και μιας κουλτούρας που λόγω του εμπορικού  εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας της είχε ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. 

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον πρόλογό της η Κακούρη, η βασική πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η σταφίδα. Το βασικό προϊόν που αποτέλεσε τον παράγοντα πλούτου και εξαστισμού της Πάτρας τον 19ο αιώνα, αλλά κι αυτό που όταν οι συνθήκες στην ευρωπαϊκή οικονομία άλλαξαν, συνέβαλε στην πτώση του βιοτικού επιπέδου και στην αναγκαστική μετανάστευση στο εξωτερικό εργατικών χεριών. Γύρω από τη σταφίδα, και τον πλούτο που αυτή κομίζει στην πατρινή κοινωνία, η Κακούρη στήνει μια ολόκληρη τοιχογραφία με καλούς και κακούς χαρακτήρες, όχι όμως μονόχνωτους ή γραμμικούς στην εξέλιξη τους, αλλά με τις αντιφάσεις τους και τον συνεχή επαναπροσδιορισμό της θέσης τους στον κόσμο. Από τους χαρακτήρες που μένουν στο νου, και μετά το πέρας της ανάγνωσης, είναι οι γυναικείες μορφές της Έλλης και της Φρόσως που εκπροσωπούν τον ρομαντισμό και τον κυνισμό αντίστοιχα, με τη δεύτερη ειδικά να έχει τα χαρακτηριστικά μιας ελληνίδας "Λολίτας", σύλληψη ευφάνταστη αλλά αρμονικά δουλεμένη και τοποθετημένη στο οικείο περιβάλλον. Σημαντική είναι επίσης η πολιτική διάσταση του σταφιδικού προβλήματος που παραθέτει η Κακούρη με την διαμάχη Τρικούπη και Δηλιγιάννη η οποία με σημερινούς όρους αποτελεί τη σύγκρουση ευρωπαϊστών και λαϊκιστών- τα πράγματα, τελικά, δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε. 

Τελειώνοντας την "Πριμαρόλια" έφερα στο νου μου αυτό που ο Νίκος Δήμου έγραφε για τη "Χαμένη Τάξη" εννοώντας την χαμένη αστική τάξη, τον κοινωνικό παράγοντα που είναι ο κατ' εξοχήν φορέας πολιτισμού αλλά που λόγω της ιδιόμορφης συγκρότησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, και του ρόλου του άτεχνου κράτους, δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει. Παρέμεινε περισσότερο ως επαναστατική φαντασίωση των αντιπάλων της ή ως θεωρητική κατασκευή παραμόρφωσης της πραγματικότητας. Έχουμε όμως κάποια μυθιστορήματα, όπως την "Πριμαρόλια", για να υπενθυμίζουν ότι κάποτε αναπτύχθηκε, έστω πρόσκαιρα, ένας ενδιαφέρων αστισμός.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Frantz

Ο Φρανσουά Οζόν δημιούργησε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, υποψήφια για πολλά σημαντικά βραβεία Σεζάρ 2017, μια ταινία αισθαντική, ένα κινηματογραφικό ποίημα ύμνο στην γαλλογερμανική καταλλαγή και εμμέσως στην ευρωπαϊκή ενότητα.

Ο νεαρός Γάλλος Αντριάν Ριβουάρ τον οποίο υποδύεται ο Πιερ Νινέ, μια ξερακιανή εύθραυστη φιηούρα που ανταποκρίνεται αφενός στις κακουχίες των στρατιωτών που επέζησαν από τη φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αφετέρου λόγω της εσωτερικευμένης του απόγνωσης, καταφθάνει σε μια ηττημένη Γερμανία το 1919 προκειμένου να επισκεφθεί την οικεία των Χοφμάϊστερ. 

Ο Φραντς Χοφμάϊστερ υπήρξε ένας άγνωστος γι' αυτόν Γερμανός στρατιώτης που τον συνάντησε τυχαία σε μια μάχη χαρακωμάτων στον Μεγάλο Πόλεμο- ήταν μια συνάντηση από την οποία δεν ανταλλάχτηκαν λόγια αλλά μονάχα θάνατος, αυτός που προήλθε από το τουφέκι του Αντριάν και τη σφαίρα που βρήκε τον Φραντς προτού εκείνος προλάβει να πράξει το ίδιο. Αλλά ο Αντριάν δεν ήταν ένας κοινός στρατιώτης. Ο θάνατος αυτός τον συγκλόνισε, ίσως να μην υπήρξε δεύτερος εξαιτίας του. 

Ψάχνοντας στις τσέπες του νεκρού στρατιώτη βρίσκει τα στοιχεία του και, κυρίως, μια επιστολή προς την αγαπημένη του αρραβωνιαστικιά Άννα την οποία υποδύεται η πολλά υποσχόμενη Γερμανίδα ηθοποιός Πάολα Μπέερ. Μετά τη λήξη του πολέμου, ο Αντριάν θα αναζητήσει την εξιλέωση και τη συγχώρεση για τον ένα και μοναδικό θάνατο που προκάλεσε. Φθάνει στη Γερμανία και στο άδειο μνήμα του νεκρού Φραντς τοποθετεί κάθε μέρα άνθη, αργότερα θα γνωρίσει την Άννα και την οικογένεια του Φραντς. 

Από κει και πέρα παρακολουθούμε ένα δράμα ανάμεσα στις δυνατότητες που προσφέρει η εμμονή στον διχασμό και το μίσος που σηματοδοτείται από την αιώνια διαίρεση Γαλλίας και Γερμανίας και από την εκζήτηση και αποδοχή της συγνώμης ως πράξη που μονάχα με τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής μετάνοιας μπορεί να οριστεί. Οι δύο σημαντικότερες ευρωπαϊκές χώρες βύθισαν εαυτούς και την Ευρώπη ολόκληρη σε αιμάτινους ποταμούς από το 1870 ως το 1945, αλλά όπως λέει ο και ο Έντσο Τραβέρσο δεν επρόκειτο παρά για εμφύλια διαμάχη. 

Η αδελφική αυτή φιλία που ενώνει τον γαλλογερμανικό πολιτισμό φαίνεται στο έργο του Οζόν από την διαδοχική χρήση των δύο εθνικών γλωσσών από τους βασικούς πρωταγωνιστές- οι Γάλλοι μαθητές μάθαιναν τα γερμανικά στο σχολείο και το αντίστροφο. Η επικοινωνία Αντριάν και Άννας γίνεται στη βάση της κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας, γαλλική ποίηση, γερμανική μουσική. Μόνο, θεωρητικό, εμπόδιο θα μπορούσε να είναι η γλώσσα το οποίο όμως αίρεται από την έξοχη χρήση αμφοτέρων των γλωσσών από τους δύο πρωταγωνιστές.

Μια υπέροχη ποιητική ταινία, όπου κυριαρχεί ο ασπρόμαυρος φωτισμός, και σε στιγμές έξαρσης το χρώμα, η εξαίσια μουσική υπόκρουση του Φιλίπ Ρομπί, και στο βάθος η αναζήτηση της ενότητας και του κοινού πλαισίου πολιτισμού που είναι η συγχώρεση και η γλώσσα για να εκφραστεί αυτή.
 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

E. M. Forster: Howards End

"Ήταν γνωστό πως λάτρευε το παρελθόν, και πως η ενστικτώδης σοφία που μονάχα το παρελθόν μπορούσε να απονείμει είχε εισχωρήσει μέσα της- εκείνη τη σοφία στην οποία αποδίδουμε το αδέξιο όνομα της αριστοκρατίας".

"Ο κόσμος θα έμοιαζε μ' ένα γκρίζο και αναιμικό τόπο αν αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από τις δεσποινίδες Σλέγκελ. Αλλά έτσι όπως ήταν ο κόσμος, μάλλον ακτινοβολούσαν μέσα του σαν αστέρια".

"Δεν μας ενδιαφέρουν οι πάμφτωχοι. Είναι σαν να μην υφίστανται, και αποτελούν πεδίο σκέψης μονάχα για τους στατιστικολόγους και τους ποιητές. Τούτη η ιστορία ασχολείται με τους ευγενείς ή μ' αυτούς που υποχρεώνονται να προσποιούνται πως είναι ευγενείς".

"Ο Γερμανός επαγρυπνεί διαρκώς αναζητώντας την ομορφιά. Μπορεί να την απωλέσει λόγω ηλιθιότητας ή να την παρερμηνεύσει, ωστόσο διαρκώς αναζητά την ομορφιά να εισέλθει στη ζωή του, και πιστεύω πως στο τέλος θα έλθει".

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Τα βιβλία που διάβασα τον Ιανουάριο 2017


Καλή συγκομιδή για πρώτο μήνα του έτους. Στα λογοτεχνικά ξεχωρίζει αναμφισβήτητα το έργο του Σίνγκερ, ένας εβραίος που γράφει στη γλώσσα γίντις, με παρατηρήσεις που αξίζουν να μνημονευτούν και από μας τους χριστιανούς: 
"Παρ' όλον ότι αμφισβήτησα κάθε αποκάλυψη, δεν μπορώ να πιστέψω ότι το Σύμπαν είναι φυσικό ή χημικό ατύχημα, αποτέλεσμα μιας τυφλής εξέλιξης....ολοένα και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν δίχως να πιστεύουν στο Θεό, δίχως να πιστεύουν στην επιβράβευση και την τιμωρία, στην αθανασία της ψυχής ή τουλάχιστον στο κύρος της ηθικής". (Από την Ομιλία του στην τελετή βράβευσης με το Νόμπελ Λογοτεχνίας).


1. Reiner Stach: Kafka, The Early Years
2. Enzo Traverso: Οι ρίζες της ναζιστικής βίας
3. Hans Fallada: Μόνος στο Βερολίνο


4. Χ.Α.Χωμενίδης: Νίκη
5. Στήβεν Ράνσιμαν: Δύση και Ανατολή σε σχίσμα
6. Stuart Jeffries: Grand Hotel Abyss
7. Steven Runciman: Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία
8. Stephen Backhouse: Kierkegaard, A Single Life
9. Isaac Bashevis Singer: The Magician of Lublin
10. Λιλίκα Νάκου: Οι οραματιστές της Ικαρίας
11. Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο Σατανάς στο Γκόραϋ

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Ο Βιογράφος του Κάφκα

Βιογραφίες για τον ερμητικό συγγραφέα της Πράγας έχουν γράψει αρκετοί.  O επιστήθιος φίλος του Μαξ Μπροντ μας έδωσε την πρώτη καταγραφή της ζωής του Κάφκα. Ακολούθησαν και άλλοι, όπως ο Nicholas Murray, ο Ernst Pawel, ο Klaus Wagenbach, ο Elias Canetti.


Αλλά πλέον η πληρέστερη βιογραφία και το έργο αναφοράς για οποιονδήποτε θέλει να ξεκινήσει να μελετά Κάφκα, το έργο και την εποχή του, είναι η τριλογία του Γερμανού Reiner Stach ο οποίος αφιέρωσε είκοσι χρόνια από τη ζωή του προκειμένου να παρουσιάσει ένα έργο που πιστεύω πως θ' αντέξει στο χρόνο όχι μονάχα στο πλαίσιο των καφκικών σπουδών αλλά και στον τρόπο που πρέπει να γράφονται βιογραφίες. 

Ο Κάφκα που κι αυτός ο ίδιος, όπως μας λέει ο Stach, διάβαζε περιπαθώς βιογραφίες και αυτοβιογραφίες προσπαθώντας ν' αποκωδικοποιήσει τρόπους ζωής σημαντικών ανθρώπων, θα έμενε ευχαριστημένος από το μόχθο του Stach. 

Εξαιρετική είναι βέβαια και η μεταφράστρια Shelley Frisch που απέδωσε σε άψογα αγγλικά την τριλογία του Stach. Εξηγεί η ίδια τη δυσκολία που είχε αυτό το έργο: "Over the years, I have often been asked whether this biography has been difficult to translate. Every text firmly resists translation, although every text is also ultimately translatable- and this one is no exception. A work as beautifully crafted as Reiner Stach's Kafka biography sets a high stylistic bar and requires the translator to capture the voices of Kafka the letter-writer, Kafka the diarist, and Kafka the story-teller as well as Stach the biographer, whose semantic and syntactic choices dazzle the reader as fully as the facts and the ideas themselves".

Reiner Stach
Για ποιό λόγο είναι έργο αναφοράς το έργο του Stach; Είναι διότι δεν μας δίνει απλώς μια περιγραφική και χρονολογική καταγραφή της ζωής του Κάφκα, αλλά διότι προσπαθεί να εμβαθύνει αφενός στο περιβάλλον- οικογενειακό, πνευματικό, διεθνές- στο οποίο έζησε, και αφετέρου να απαντήσει στο ερώτημα για το τι διαμόρφωσε τον Κάφκα ως χαρακτήρα της δικιάς του ύπαρξης και ως συγγραφέα. 

Σημαντικό είναι ακόμα το γεγονός πως ο Stach χρησιμοποίησε υλικό, κυρίως ημερολόγια του Brod, που δεν είχαν ληφθεί προηγουμένως υπόψη για τις βιογραφίες του Κάφκα. Ολοκληρώνοντας την βιογραφία μου έμειναν κάποια αναπάντητα ακόμα ερωτήματα, κάποιες εκκρεμότητες όσον αφορά την προσωπικότητα της τελευταίας φιλενάδας του Κάφκα Dora Diamant, για την οποία υπάρχει η μυθιστορηματική μελέτη της Kathi Diamant : Kafka's Last Love: The Mystery of Dora Diamant.